Κατηγορία: <span>Άρθρα</span>

ενσυναίσθηση

Ενσυναίσθηση, φροντίδα, σύνδεση στη θεραπευτική σχέση. Ευλογία και Κατάρα

Η πρώτη φάση κάθε ψυχοθεραπευτικής εργασίας, ανεξάρτητα από την εκπαίδευση που έχει λάβει ο θεραπευτής είναι η σύνδεση με τον πελάτη. Και πώς αλλιώς να γίνει, άλλωστε; Ο θεραπευόμενος έρχεται σ’ εμάς ανοίγοντας τη ψυχή του, γυμνός κι αδύναμος. Οφείλουμε να του προσφέρουμε ένα πλαίσιο που θα νιώσει ασφαλής και όχι εκτεθειμένος.

Ο Carl Rogers μας έκανε δώρο τις τρεις θεραπευτικές δεξιότητες που εξασφαλίζουν ότι θα επιτύχουμε το στόχο της σύνδεσης: Ενσυναίσθηση, Αυθεντικότητα, Άνευ όρων Αποδοχή. Ενσυναίσθηση, για να μπαίνουμε στα ρούχα του άλλου, να νιώθουμε το συναίσθημα του και να του το αντανακλάμε πίσω: «ξέρω πώς νιώθεις, είναι δύσκολο». Αυθεντικότητα, για να βγάζουμε από πάνω μας τις στολές της αυθεντίας, του καθωσπρεπισμού και του γκουρού: «είμαι κι εγώ άνθρωπος, όπως εσύ».  Άνευ όρων αποδοχή για να μην υπάρχει τίποτα που δεν εγκρίνουμε, τίποτα που επικρίνουμε τίποτα που θεωρούμε μη ανθρώπινο: «είναι εντάξει που δεν είσαι τέλειος. Κανείς δεν είναι τέλειος».

Οι 3 αρχές του Rogers είναι τόσο περασμένες ως βίβλος στη δουλειά των ψυχοθεραπευτών πλέον, που πράγματι φαίνεται αδιανόητο να λάβει χώρα ψυχοθεραπευτική πράξη χωρίς αυτές. Είμαστε αυτοματοποιημένοι να νοιαζόμαστε, να είμαστε εκεί, να δεχόμαστε και να «αγκαλιάζουμε» κάθε συναίσθημα και κάθε αφήγηση. Κι αυτό φέρνει τη μαγεία της ψυχοθεραπείας, αυτό ανοίγει απαλά τις ψυχές, αυτό μαθαίνει τον άνθρωπο να αγαπά και να σέβεται τον εαυτό του, που είναι πάντα ζητούμενο. Προσφέρουμε απλόχερα ένα πλαίσιο που ο άνθρωπος νιώθει σαν το σπίτι του.

Ο Irvin Yalom ισχυρίζεται ότι το 80% της θεραπείας, οφείλεται σε αυτές τις τρεις αρχές. Και τίποτα άλλο να μη χρησιμοποιήσει ως τεχνική από την εργαλειοθήκη του ο θεραπευτής, η σύνδεση που επιφέρουν στο εδώ και τώρα στο εγώ και εσύ είναι άκρως θεραπευτική.

Όμως, όπως όλα στη ζωή, οι τρεις αρχές από μόνες τους δεν είναι αρκετές. Ένας λόγος, ο πιο αυτονόητος, είναι ότι αυτή η εμπειρία άνευ όρων αποδοχής, ελευθερίας και ζεστασιάς είναι τόσο ξεχωριστή που είναι σχεδόν αδύνατον να απαντηθεί σε συνδέσεις στην, έξω από το γραφείο του ψυχοθεραπευτή, ζωή. Οι σημαντικοί μας Άλλοι δεν είναι ποτέ τόσο ανοιχτοί και ανεκτικοί. Γιατί με τους σημαντικούς μας άλλους, η σχέση είναι δούναι και λαβείν, απαιτεί να προσφέρεις τουλάχιστον όσο παίρνεις. Ο θεραπευτής δε ζητά τίποτα πέρα από την αλήθεια σου, και το θεραπευτικό σου συμβόλαιο. Ο σύντροφός σου, όμως, ο γονιός και ο φίλος σου ζητούν. Ο θεραπευτής, κινδυνεύει να γίνει στα μάτια σου, ο τέλειος άνθρωπος, ο σωστός φίλος και ο ιδανικός εραστής. Όχι μόνο λόγω της μεταβίβασης, αλλά επειδή εκείνη τη θεραπευτική ώρα, με σκοπό του μόνο την ενσυναίσθηση και τη σύνδεση, αυτό το ρόλο παίρνει. Σου γίνεται απαραίτητος, σε εξαρτά πάνω του ακόμα και χωρίς την θέλησή του. Είναι σχεδόν αψεγάδιαστος, είναι πάντα εκεί, είσαι ο βασιλιάς και η βασίλισσά για εκείνη τη μαγική θεραπευτική ώρα. Γίνεσαι κι εσύ σχεδόν αψεγάδιαστος, γίνεσαι κι εσύ ό,τι καλύτερο μπορείς να γίνεις. Και μάντεψε: σου γίνεται απαραίτητος, εξαρτάσαι από αυτόν, γιατί μόνο μαζί του νιώθεις τόσο καλά.

Ο άλλος μεγάλος κίνδυνος του να είσαι ως θεραπευτής μόνο ενσυναισθητικός και ζεστός και  συμπονετικός είναι ότι παιδοποιείς τον θεραπευόμενο. Και αυτό δεν είναι απλώς επικίνδυνο, είναι και αντιδεοντολογικό. Η ομάδα του επικοινωνιακού μοντέλου του MRI αποφάνθηκε ότι κάθε μήνυμα εμπεριέχει και μια εντολή. Για παράδειγμα, σε ένα ζευγάρι που κάθεται στον καναπέ, αν η γυναίκα πει « κάνει κρύο»  πίσω από την αναφορά της στην εξωτερική ή την εσωτερική της θερμοκρασία, ζητά από το σύντροφό της να φροντίσει να τη ζεστάνει.  Όταν ο θεραπευτής δείχνει με τη στάση του ότι «θα είμαι εδώ να φροντίζω τις πληγές σου», αυτόματα στέλνει ένα διπλό μήνυμα: «φέρνε μου πληγές, για να είμαι εδώ, να πονάς, για να σε φροντίζω». Άλλωστε όλες οι σχέσεις είναι συμπληρωματικές. Δεν θα υπήρχαν δάσκαλοι, χωρίς μαθητές, θεραπευτές χωρίς θεραπευόμενους και θήτες χωρίς θύματα.

Η παιδοποίηση του θεραπευόμενου και η καθυστέρηση του να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του και να ενηλικιωθεί είναι, κατά τη γνώμη μου, το μεγαλύτερο και συχνότερο, ανάμεσα στους αρχάριους θεραπευτές, λάθος. Δουλειά των θεραπευτών είναι να βοηθάμε τον άνθρωπο να ανακτά και να αποκτά τις δεξιότητες αυτές που θα τον κάνουν θεραπευτή του εαυτού του και κυρίαρχο της ζωής του. Το νοιάξιμο μας, είναι  δρόμος να φτάσουμε σε αυτόν τον στόχο, αλλά αν μείνουμε μόνο εκεί, τελικά εξυπηρετούμε δικά μας σκοτάδια, εμείς οι θεραπευτές. Τις σκιές που φωνάζουν να είμαστε απαραίτητοι, να μας χρειάζονται, να μας αγαπάνε, να είμαστε σπουδαίοι και τρανοί. Και αν θέλουμε να πάμε πιο βαθιά στους Δαντικούς κύκλους της Κολάσεως, να βγάζουμε τα προς το ζην έχοντας για χρόνους επί χρόνων σταθερούς τους πελάτες μας. Γιατί αν δεν μας έχουν πια ανάγκη, κλέφτες θα γίνουμε;

Στην πραγματικότητα, ο κίνδυνος της παιδοποίησης, παράγει θύματα. Δεν αφήνει απλά τον Πελάτη στο ρόλο του Παραπονούμενου, τον προάγει στο ρόλο του Θύματος. Αυτού που ποτέ δε φταίει, που τα τραύματα του δεν κλείνουν, που οι άλλοι είναι εχθρικοί και θύτες, που ο κόσμος είναι αβάσταχτος και η ζωή άθλος. Που δεν θα αναλάβει ποτέ τη ευθύνη να πει «η ζωή μου, είναι δική μου και εγώ παρά τις πληγές μου και τις δυσκολίες μου θα χαράξω την ευτυχία μου»

Ο Carl Whitaker, συστημικός θεραπευτής, εκπρόσωπος του εμπειρικού μοντέλου, ρηξικέλευθος και επαναστατικός δίνει την εξής συμβουλή στους θεραπευτές:

«Πώς λειτουργούμε όταν πετάμε τη ρόμπα του γκουρού ή τον εξοπλισμό του ήρωα; Ο ρόλος του ειδικού ή του γκουρού έχει μεγάλη απήχηση, επειδή μας εξαπατά στο να νομίζουμε ότι είμαστε ξεχωριστοί. Ότι έχουμε τη σοφία και την εξυπνάδα να διδάξουμε κάτι παραπάνω για την ζωή. Είναι προκλητικό, αλλά θανάσιμο. Όπως και να το κάνεις, κι εσύ θα πεθάνεις στο τέλος. ..όταν ξεπεράσεις τη φάση με την ανωτερότητα σου, και συνειδητοποιήσεις ότι είσαι ένα τίποτα, είσαι έτοιμος να αναλογιστείς τι σημαίνει πραγματικά φροντίδα. Για να είσαι πραγματικά φροντιστικος, πρέπει να μπορείς να σχοινοβατείς. Ενώ η ικανότητα να είσαι τρυφερός είναι κεντρική, η ικανότητα να είσαι σκληρός είναι εξίσου απαραίτητη. Το να σαι καλός στο ένα από τα δύο, δεν αρκεί. Η υπερβολική τρυφερότητα, πέφτει στην παγίδα να έχεις την ψευδαίσθηση ότι είσαι βοηθητικός, ενώ η υπερβολική σκληρότητα σε κάνει σαδιστή. Χρειάζεται ισορροπία και στα δύο. Να είσαι τόσο σκληρός, όσο και τρυφερός.»

Το να ακολουθήσεις τις προκλήσεις του Whitaker, και να εμπεριέξεις στη ψυχοθεραπευτική σου πράξη την ιερή του τρέλα, είναι μάλλον επικίνδυνο, αν δεν είσαι κατάλληλα εκπαιδευμένος και πολύ έμπειρος. Όμως, η θεραπευτική στάση που δηλώνει «είμαι άνθρωπος, όπως κι εσύ, με τις πληγές μου, τα ελαττώματά μου, τις σκιές μου. Δεν προσποιούμαι ότι είμαι κάτι που δεν είμαι, δεν φοράω ρόλους γκουρού, δεν ξέρω να σου πω τι είναι καλύτερο για σένα. Είμαι εδώ για να προσπαθήσω να σε βοηθήσω να δεις μόνος σου τι είναι καλό για σένα και σε αυτό το ταξίδι εμπιστεύομαι απολύτως την ικανότητα και το θάρρος σου να τα καταφέρεις και να προχωρήσεις», είναι η στάση που μας άφησε κληρονομιά αυτός ο δάσκαλος.

Η καλή μάνα και ο καλός πατέρας μεγαλώνουν τα παιδιά τους προσφέροντας τους απεριόριστή αγάπη, ενώ ταυτόχρονα τα εκπαιδεύουν να ανοίξουν τα φτερά τους και να τα καταφέρουν στη ζωή χωρίς αυτούς στο πλάι τους. Οι καλοί γονείς δεν είναι απαραίτητοι, όταν το παιδί ενηλικιώνεται. Αυτή είναι αγάπη και αυτή είναι φροντίδα. Και οι θεραπευτές, για να είναι καλοί, πρέπει όχι μόνο να φροντίζουν αλλά και να προκαλούν την ενηλικίωση. Έτσι είναι η αγάπη…

Βιβλιογραφία:  Carl A. Whitaker, Dancing with the Family: A Symbolic-Experiential Approach, 1988, Brunner/Mazel, NY

 

δυναστεία της χαράς

Η δυναστεία της χαράς, κι άλλες Χριστουγεννιάτικες ιστορίες

Τα Χριστούγεννα έφτασαν και μαζί τους μας κάνει επίσκεψη ο Άη Βασίλης, τα ξωτικά, οι καλικάντζαροι, οι νονοί και τα σόγια. Στολισμένα δέντρα, μυρωδιές από μελομακάρονα και κουραμπιέδες, δώρα, παιχνίδια με τράπουλες, ρεβεγιόν, αλκοόλ, ξεκούραση και κραιπάλη. Και παιδικές αναμνήσεις με γιορτινή ατμόσφαιρα, οικογενειακές τελετουργίες, διακοπές, παιχνίδια, εκπλήξεις. Νοσταλγία της ανέμελης, χαρούμενης παιδικότητας. Κι επιστροφή στην πραγματικότητα. Χριστούγεννα 2020.

Χριστούγεννα χωρίς ευκαιρίες για γιορτή, χωρίς ξενύχτια, γιορτές, επισκέψεις, χωρίς λεφτά, χωρίς ταξίδια και χωρίς ανεμελιά. Ιδέες για ανταρσία και παρανομία και συζητήσεις για μυστικές συνευρέσεις με ψευδαίσθηση επανάστασης. Φόβος και κατάθλιψη μαζί με ρίσκο και περήφανη χαρά. Ή στο φόβο, ή στη θλίψη. Ή και στα δύο. Η αναζήτηση της χαράς είναι το αίτημα και γίνεται αυτοσκοπός.

Επειδή είναι Χριστούγεννα, και τα Χριστούγεννα είναι γιορτή. Η Γιορτή. Ακόμα και οι μη χριστιανικοί λαοί τα γιορτάζουν φωτίζοντας το σκοτάδι του Χειμώνα, αρνούμενοι τον ύπνο της φύσης, αδυνατώντας να αντέξουν την γαλήνη των ατελείωτων σκοτεινών ωρών και την αταραξία της παγωνιάς.

Ανήκουμε σε μια σειρά γενεών που τα Χριστούγεννα δεν είναι μια ιερή χριστιανική μέρα, αλλά ένα σύμβολο ευδαιμονίας, μαγείας, παιδικότητας, χαράς. Με όσα αγαθά και παραδόσεις εκπληρώνουν αυτούς τους στόχους. Οι γιορτές είναι η ευκαιρία να έρθουμε πιο κοντά. Με φίλους, συγγενείς και με την ίδια μας την οικογένεια. Τυλίγουμε την Σύνδεση σε μεγάλα κουτιά, και την Αγάπη σε χαρτί περιτυλίγματος. Τις  δένουμε με κορδέλες Χαρούμενης Διάθεσης, και προσφέρουμε τα δώρα μας σε όσους αγαπάμε. Καταπραΰνουμε τις ενοχές μας για την αφθονία μας σε παζάρια αγάπης και φιλανθρωπίες. Και χαμογελάμε περήφανοι που βιώνουμε το πνεύμα της αγάπης.

Και φέτος στεναχωριόμαστε που δε θα γιορτάσουμε. Που θα χάσουμε την ευκαιρία για λάμψη, ψευδαίσθηση ευδαιμονίας και πάρτι. Ανησυχούμε ότι θα πάθουμε κατάθλιψη, ότι κινδυνεύει η ψυχική μας ευρωστία, ότι αυτή η απομόνωση θα μας καταβάλει. Λυπόμαστε που δε θα μπορέσουμε να κάνουμε ό,τι κάναμε πάντα και νιώθουμε ότι οι γιορτές έχασαν το νόημα τους, λόγω των επιβαλλόμενων περιορισμών.

Μας έκλεψαν τα Χριστούγεννα, μας απήγαγαν τη χαρά. Λες και η χαρά είναι επιβεβλημένη, λες και η γιορτή αφορά μερικές ημέρες τον χρόνο. Ο ψυχαναγκασμός για χαρά είναι ο φόβος για τη θλίψη. Είμαι υπέρ της χαράς, είμαι κατά της θλίψης. Και όταν είμαι κατά της θλίψης, έχω …… μάντεψε ….. : Κατά-θλίψη. Όταν λέω θέλω να είμαι χαρούμενος, όταν λέω ότι η χαρά μου εξαρτάται από τον τάδε ή τον δείνα παράγοντα, βάζω τον εαυτό μου σε ένα κυνήγι ευδαιμονίας, και κάθε κυνήγι εμπεριέχει a priori άγχος κι αγωνία. Βάζω μόνος μου τρικλοποδιά στη χαρά, όταν τη θεωρώ αυτοσκοπό. Γιατί χαρά με άγχος δεν είναι χαρά , είναι μανία. Και θλίψη με άγχος είναι κατάθλιψη.

Η ουσία της χαράς ενσωματώνει μέσα της πολλές θλίψεις, πολύ πόνο και βιωμένη σοφία. Δεν εξαρτάται από συγκεκριμένες ημερομηνίες στο ημερολόγιο, ούτε από εξωτερικές εφήμερες συνθήκες. Η ουσία της χαράς είναι η αίσθηση ευγνωμοσύνης κι ευλογίας για το εδώ και τώρα, για την ίδια την ευκαιρία της ύπαρξης. Για την Σύνδεση χωρίς κουτιά, για την Αγάπη χωρίς περιτυλίγματα.

Τα Χριστούγεννα, τα φετινά είναι διαφορετικά για τους προνομιούχους από εμάς. Για αυτούς που έχουν τη δυνατότητα της γιορτής, των δώρων, των δεξιώσεων και τον εξόδων. Για το μεγαλύτερο μέρος των συνανθρώπων μας είναι σχεδόν όπως τα περυσινά. Αυτό που μας συνδέει είναι η σκιά του ιού κι ο φόβος της απώλειας. Είναι επιλογή μου και φέτος και πάντα πού θα στρέψω το βλέμμα μου. Στην ευλογία να είμαι ζωντανός και υγιής ή στην ματαίωση των περασμένων μεγαλείων. Στο προνόμιο μου να έχω οικονομικές και επαγγελματικές δυνατότητες κι ευκαιρίες ή στην προσωρινή μου δυσχέρεια. Στην ευγνωμοσύνη που έχω αγαπηθεί ή στον έρωτα που προσμένω. Η χαρά και η θλίψη μπορούν να είναι επιλογές. Όποια κι αν επιλέξεις, κράτησε την καθαρή. Ρούφηξε την ολόκληρη χωρίς συνοδεία αγωνίας κι άγχους.  Και η χαρά θα γίνει κομμάτι σου ζωτικό και η θλίψη η καθάρια, κάποτε θα κάνει τον κύκλο της. Η δυναστεία της χαράς είναι εξουσία ανθυγιεινή. Κατάρριψέ την!

Νικολέτα Νεκταρία Μπουλταδάκη

Δεκέμβρης 2020

 

συμπόνια

Η σημασία του να είσαι συμπονετικός

Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να αγαπά. Η αγάπη, λέει ο Χιλιανός βιολόγος Humberto Maturana, είναι το βασικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν είναι αρετή ούτε συναίσθημα. Είναι αυτό που έκανε τον homo sapiens να επιβιώσει. Και η ευφυΐα είναι η βιολογική συνέχεια της αγάπης, ως ικανότητα συμμετοχής και συνεργασίας για τον κοινό αγώνα.

Η μη συμπόνια, είτε εκφράζεται ως μνησικακία, είτε ως αδιαφορία, είτε ως επίκριση, δεν απομακρύνει απλά τον άλλο από κοντά μου: είναι αυτοκαταστροφική για μένα τον ίδιο. Με απομακρύνει από τη φύση μου, και εμποδίζει την ίδια την επιβίωση μου. Με αφήνει μόνο. Ακόμα κι αν  παραμυθιάζω τον εαυτό μου ότι βάζω όρια και προστατεύομαι, ακόμα κι αν με καθησυχάζω ότι με την στάση μου προσφέρω στον άλλο μια ευκαιρία αυτογνωσίας κι αλλαγής, ακόμα κι αν εκλογικεύω τη συμπεριφορά μου (ή τη μη συμπεριφορά μου) ως αντίδραση στην συμπεριφορά του άλλου, ακόμα κι αν εφευρίσκω άμυνες και νοητικά τεχνάσματα για να νιώσω καλά, τελικά μένω μόνος. Στερώ από τον εαυτό μου το δώρο της σύνδεσης, και ανοίγω μια μαύρη τρύπα στη ψυχή μου.

Κάθε φορά που ερμηνεύω τον άλλον, κάθε φορά που παίρνω το ρόλο του κριτή ή του τιμωρού, κάθε φορά που επιτίθεμαι στον άλλο, κάθε φορά που τον υποτιμώ, χάνω και λίγο από την ευφυΐα μου, χάνω την ανθρωπιά μου.

Μεγαλώσαμε με διδαχές σφάλματος και τιμωρίας. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι εξήραν την αρετή που έρχεται με την πιστή εφαρμογή του καθήκοντος του πόνου και της θυσίας. Οι απανταχού θρησκείες υμνούν τη ζωή του μαρτυρίου. Οι επιστήμονες διαλαλούν ότι οι νόμοι της φύσης προστάζουν το μεγάλο ψάρι να τρώει το μικρό. Η φροϋδική παράδοση μιλά για επιθετικές παρορμήσεις που ελέγχουν τη ζωή μας. Ο συμπεριφορισμός διακηρύσσει την ιδέα της ανταμοιβής και της τιμωρίας. Είμαστε προγραμματισμένοι να ορίζουμε τις συμπεριφορές ως καλές και ως κακές και φτάνουμε να ορίζουμε με τον ίδιο τρόπο τους ανθρώπους. Έτσι μάθαμε, έτσι γαλουχηθήκαμε.

Και νιώσαμε μικροί. Και νιώσαμε φόβο .Και νιώσαμε ενοχές.  Και νιώσαμε αδικία. Και τρόμο. Και είτε διοχετεύσαμε αυτά τα συναισθήματα προς τα μέσα είτε τα καθρεφτίσαμε προς τα έξω. Είναι δύσκολο να είσαι κακός, αλλά είναι πιο δύσκολο να είσαι ο μόνος κακός. Βοηθά να αισθάνεσαι ότι και οι άλλοι είναι κακοί, κι αν δεν είναι, τους κατασκευάζεις.

Δεν έμαθες ότι μπορείς να επιλέξεις την αυτοσυμπόνια. Ότι μπορείς, δηλαδή, να αισθανθείς καλοσύνη, φροντίδα και κατανόηση για τον εαυτό σου. Να νιώσεις την αίσθηση της κοινής ανθρωπιάς της σύνδεσης και της αλληλεξάρτησης. Να νιώσεις ενσυνειδητότητα: επίγνωση των δεινών που συμβαίνουν, όχι ταύτισης με αυτά. Και αφού είσαι σκληρός με τον εαυτό σου, και αφού θεωρείς ότι πάντα μπορείς και καλύτερα, πώς γίνεται να μην είσαι σκληρός με τους άλλους; Δε γίνεται.

Όλα τα συναισθήματα, όλες οι αξίες, η αυτοεικόνα μας, η αγάπη μας προς τους άλλους δεν είναι παρά αντανακλάσεις αυτών που συμβαίνουν μέσα μας. Αν με αγαπώ, ξέρω να σ’ αγαπώ. Αν είμαι επικριτικός με μένα θα είμαι και με σένα. Δεν μπορώ να σου προσφέρω κάτι που δεν έχω. Είναι ψευδαίσθηση να θεωρώ ότι είμαι αυστηρός μόνο με τον εαυτό μου, αλλά με τους άλλους είμαι γλυκός.

Και δεν αξίζει να είμαι κακός με μένα. Ο εαυτός μου είναι το μόνο που έχω. Οφείλω να με φροντίσω να με συγχωρέσω, να με αγκαλιάσω και να αφουγκραστώ την ανάγκη μου για σεβασμό, για αγάπη, για σύνδεση. Δεν με παραχαϊδεύω. Μου προσφέρω τα εργαλεία για επιβίωση και ανάπτυξη. Μόνο μη μπερδέψω την αυτοσυμπόνια με την περηφάνια, την αυτοσυγχώρεση με την απαλλαγή ευθυνών και την ανάγκη μου για σεβασμό με την εξουσία.

Είμαι πεπεισμένη ότι οι άνθρωποι κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να επιβιώσουμε. Επιλέγουμε να κάνουμε άλμα πίστης στην παραδοξότητα της ύπαρξης ενώ ξέρουμε ότι καραδοκεί ο θάνατος στο τέλος του έργου. Η υπαρξιακή οδύνη είναι αρκετό βάρος για να σηκώνουμε. Μη βάζουμε κι άλλο στην πλάτη μας ή στην πλάτη των άλλων.

Χανιά, 29/1/2021

Νικολέτα Μπουλταδάκη

 

Θυμός

Θυμός, σύγκρουση, όρια και άλλα δαιμόνια

Καταρχάς, ας πούμε τα καλά. Ως λαός, οι Έλληνες είμαστε τυχεροί που έχουμε αυτό το μεσογειακό ταμπεραμέντο, και μας επιτρέπεται πολιτισμικά η έντονη έκφραση του συναισθήματος. Αν δεν καταλαβαίνετε τι εννοώ, παρακολουθήστε μια γερμανική οσκαρική ταινία.

Είναι τύχη, λοιπόν, ότι μπορούμε να αποδεχόμαστε το θυμό μας, είναι τύχη να ξέρουμε ότι είναι φυσιολογικό συναίσθημα, είναι δράμα να συνειδητοποιούμε, όμως, ότι η δραματοποίηση του θυμού και η διοχέτευση του στους άλλους οδηγεί σε τριγμούς στις σχέσεις μας. Δράμα είναι και να μαθαίνουμε από την ψυχοσωματική ιατρική ότι η καταπίεση του δύσκολου αυτού συναισθήματος κι η εσωτερίκευσή του μετασχηματίζεται σε σωματικά συμπτώματα με αποκορύφωμα τα αυτοάνοσα νοσήματα.

Ο θυμός είναι μάλλον το πιο παρεξηγημένο και δαιμονοποιημένο συναίσθημα. Μας έμαθαν ότι η έκφρασή του μας καθιστά αυτόματα στην κατηγορία των κακών παιδιών. Μας έμαθαν ότι θυμώνουν μόνο όσοι είναι εγωιστές και δεν σέβονται τους άλλους. Μας έμαθαν ότι πρέπει να πειθαρχούμε το συναίσθημα μας και να είμαστε ευπρεπείς κι ευγενικοί. Μεγαλώσαμε και μας είπαν ότι στόχος είναι η γαλήνη του Βούδα. Η Επικούρεια αταραξία. Μας είπαν ότι οι σοφοί δε θυμώνουν. Πόσο δε μάλλον οι «καλοί θεραπευόμενοι». Οι ψυχολόγοι μετά μας δίδαξαν ότι πίσω από τον θυμό, κατοικεί η θλίψη. Και να ψάξουμε αυτήν να βρούμε.

Σε συνδυασμό με τις αναμνήσεις μας από τραυματικούς καβγάδες των γονιών μας ή αποτυχημένες δικές μας προσπάθειες έκφρασης του, κάθε φορά που θυμώνουμε, νιώθουμε ενοχές. Θυμώνουμε, δηλαδή με τον εαυτό μας, κι αυτό νομίζουμε ότι επιτρέπεται.

Αναρωτιέμαι αν θα είχε αλλάξει τίποτα στον κόσμο, αν κάποιοι φοβόντουσαν το θυμό και την σύγκρουση. Φαντάζομαι τον Κολοκοτρώνη να κάθεται σε ένα βράχο με τους συντρόφους του και να λέει : «Παιδιά, δεν είναι σωστό να μαλώνουμε. Πρέπει να διαχειριστούμε το θυμό μας για την σκλαβιά, και να πάρουμε την ευθύνη μας για την κατάσταση που ζούμε. Πάμε όλοι μαζί: ΩΜΜΜΜΜΜ.»

 Ο θυμός είναι ευγενές συναίσθημα. Έρχεται να μας πει ότι κάτι δεν μας αρέσει, κάτι μας πληγώνει, κάτι μας φταίει, κάτι πρέπει να αλλάξει. Αλίμονο μας και δε θυμώναμε. Θα ανεχόμασταν κάθε μορφή κακοποίησης και θα γινόμασταν κι εμείς κακοποιητές των άλλων, αφού ο θυμός είναι αυτός που μας δείχνει τι επιτρέπει ή τι δεν επιτρέπει ο άλλος να του κάνουμε.

Ο θυμός είναι ο οδηγός μας για να βάζουμε όρια. Να περιφρουρούμε τον εαυτό και τη σχέση μας και να προστατεύουμε τους αγαπημένους μας και τα ιδανικά μας. Ο θυμός μας δείχνει ξεκάθαρα, χωρίς χρωματιστά περιτυλίγματα ποιοι είμαστε και τι θέλουμε. Και φυσικά τι δε θέλουμε.

Η έκφρασή του είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία. Πράγματι, η αφιλτράριστη και πολεμοχαρής εκδήλωσή του μπορεί να είναι καταστροφική. Κι όταν δεν είμαστε σε συνθήκες πολέμου ούτε είμαστε θύματα κατάχρησης εξουσίας, δεν νομιμοποιούμαστε να αρπάζουμε τα όπλα. Οι ανθρώπινες σχέσεις για να είναι υγιείς και υγιεινές οφείλουν να διέπονται από σεβασμό και αμοιβαιότητα. Και για να μην αποβούν αυτοκαταστροφικές, οφείλουν να είναι και οριοθετημένες. Να είναι ξεκάθαρο πού τελειώνει και που αρχίζει το όριο του κάθε μέλους. Ο θυμός μας δείχνει που θα βάλουμε το όριο και ο σεβασμός προς τον εαυτό και τον άλλον δείχνει πώς θα μπει.

Εφόσον, βέβαια, είμαστε αρκετά δυνατοί ώστε να ρισκάρουμε να θέσουμε με σαφήνεια τα όρια μας, χωρίς να φοβόμαστε ότι αν ο άλλος δεν τα αποδεχτεί, μπορεί να μας εγκαταλείψει. Κι αυτός είναι ο λόγος της μη οριοθέτησης. Της μη σύγκρουσης. Οι άνθρωποι που καταπίνουν το θυμό τους, έχουν τη τάση να λένε ότι το κάνουν επειδή δεν αντέχουν τη σύγκρουση, επειδή θέλουν την ηρεμία τους, ή επειδή δε θέλουν να πληγώνουν τους άλλους. Συνήθως, κρύβουν μέσα τους έναν τεράστιο φόβο εγκατάλειψης και μοναξιάς και ένα καλοταϊσμένο ρόλο καλού παιδιού που δεν αντέχει να μην αγαπιέται. Και όπως όλοι μας ένα σεντούκι τραυματικών συγκρούσεων. Σιωπούν, αρρωσταίνουν, γίνονται εθελοντικά μάρτυρες, και προσδοκούν ότι με αυτή την καθόλα χριστιανική και αγαθή στάση, οι άλλοι θα τους συμπονέσουν και τελικά θα τους φροντίσουν και θα τους κάνουν τα χατίρια.

Και να που τα καλά παιδιά γίνονται χειριστικοί θήτες. Αυτοκαταστροφικοί θήτες, αλλά θήτες. Προτιμούν να είναι αδύναμοι και «καλοί»,  παρά δυνατοί και «κακοί».

Είναι τρομερό πώς η οριοθέτηση έχει συγχυστεί στην σύγχρονη κουλτούρα με τον εγωισμό και τη σκληρότητα. Ίσως επειδή η τέχνη της οριοθέτησης είναι δύσκολη, απαιτεί χρόνο, απαιτεί ξεγύμνωμα του εαυτού και συνειδητοποίηση των σκιών που όλοι κουβαλάμε. Η σωστή οριοθέτηση, όμως, διακυβεύεται από Σεβασμό. Προς τον εαυτό και προς τον άλλο. Τιμά τη σχέση. Συνδέει, δεν χωρίζει. Δύο δέντρα το ένα κολλημένο πάνω στον άλλο κινδυνεύουν να πεθάνουν. Ή και τα δύο ή το πιο αδύναμο. Χρειάζεται χώρος για ανάπτυξη. Χρειάζεται όριο και ανάσα. Το ίδιο κι οι άνθρωποι.

Χανιά, 27/3/2021

Νικολέτα Νεκταρία Μπουλταδάκη

συστημικό Παράδοξο

Άλλαξε με, χωρίς να με αλλάξεις

Κάποιος αποφασίζει να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία. Άσχετα με τις αφορμές και τα αίτια που τον οδήγησαν στον θεραπευτή, υπάρχει ένα κρυφό μήνυμα πίσω από το αίτημα του. «Άλλαξέ με, χωρίς να με αλλάξεις». Με λίγα λόγια, «πάρε μου τα προβλήματα, αλλά μην με πειράξεις μη με αναγκάσεις να κοπιάσω». Οι θεραπευτές της ομάδας του Μιλάνου (Checkin, Boscollo, Pallazzoli & Prata) αποκάλεσαν αυτήν την εντολή ως Παράδοξο. Και εφηύραν ως απόκριση το Αντιπαράδοξο. Δηλαδή, συνοπτικά,  ο θεραπευτής να δώσει με τη σειρά του την εντολή «Μην αλλάξεις τίποτα!». Ευφυείς και αποτελεσματικοί οι Μιλανέζοι. Αλλά ας εστιάσουμε στην αρχική εντολή. Άλλαξε με- δηλαδή σώσε με, θεράπευσε με, εξαφάνισε το πρόβλημα μου και τη δυσφορία μου, Χωρίς να με αλλάξεις- δηλαδή μη με κουράσεις, μη με πιέσεις, μη μου δώσεις τη ζωή μου στα χέρια μου, μη με ενηλικιώσεις, μη με ταράξεις και αν γίνεται, άλλαξε τους άλλους, όχι εμένα. Μαγικό…και ανθρώπινο. Και ποιος δε θα το ‘θελε; Ένα μαγικό ραβδί να επιφέρει την λύση, να γεμίσει με νεραιδόσκονη τη ζωή μας και να συνεχίσουμε αλώβητοι να την απολαμβάνουμε. Το μόνο πρόβλημα σε αυτό το φανταστικό σενάριο είναι ότι ο θεραπευτής δεν είναι ούτε μάγος, ούτε νεραΐδα. Θα ήταν βολικό και για τον ίδιο, αλλά δυστυχώς είναι και αυτός ένας κοινός θνητός. Και αφενός δεν δύναται να κάνει θαύματα, και αφετέρου δεν έχει τους άλλους μπροστά του για να δουλέψει, αλλά εσένα. Προσωπικά, συνηθίζω να λέω στους θεραπευόμενούς μου: « Η επιβίωση δεν είναι υποχρεωτική».

Η αλήθεια είναι ότι ακούγοντας αφηγήσεις των θεραπευόμενων, πολλές φορές, ξυπνά στον αρχάριο, συνήθως, θεραπευτή η επιθυμία να είχε απέναντι τον Άλλον, αυτόν για τον οποίο μιλάει ο πελάτης. Η δουλειά θα γινόταν πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά. (Κάπως έτσι εφευρέθηκαν η οικογενειακή θεραπεία και η θεραπεία ζεύγους, άλλωστε). Όταν ξεπερνάμε αυτή την παρόρμηση, οι θεραπευτές θυμόμαστε δύο βασικές θεραπευτικές αρχές. Η πρώτη είναι ότι το πρόβλημα δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι το πώς διαχειριζόμαστε το πρόβλημα. Η δεύτερη αρχή, τουλάχιστον στους συστημικούς κύκλους, είναι γνωστή ως Εφέ Κύματος. Ένας αλλάζει, όλοι αλλάζουν. Με άλλα λόγια, η αλλαγή σε ένα μέρος του συστήματος αναγκαστικά και a priori θα επιφέρει αλλαγές – προσαρμογής – και στα υπόλοιπα μέλη. Επομένως, αρκεί ένα πρόθυμος και δουλευταράς θεραπευόμενος για να επέλθει θεραπεία σ’ όλο το σύστημα του.

Οι λέξεις κλειδιά, βέβαια, είναι τα «πρόθυμος και δουλευταράς». Αυτό που στην ορολογία των ψυχοθεραπευτών αποκαλούμε Πελάτη. Οι άλλες δύο κατηγορίες θεραπευόμενων είναι ο Παραπονούμενος- αυτός που έρχεται όχι για να αλλάξει, αλλά για να γκρινιάξει -, και ο Τουρίστας- αυτός που ήρθε από περιέργεια ή από πίεση άλλων, που ενδέχεται και να θελήσει να δουλέψει.

Τι γίνεται λοιπόν με τους Παραπονούμενους; Πώς μπορούμε να δουλέψουμε μαζί τους; Καταρχάς επικυρώνουμε την θέση τους ως απολύτως ανθρώπινη και φυσιολογική. Είναι στη φύση μας να ονειρευόμαστε και να περιμένουμε θαύματα. Αλίμονο σε όσους έχουν απωλέσει αυτή τη δεξιότητα. Οφείλουμε να σταθούμε παρηγορητικά και ενσυναισθητικά στα βάσανα τους και στις επώδυνες αφηγήσεις τους. Να αφουγκραστούμε και να συναισθανθούμε τους καημούς και τα παράπονα τους. Να δώσουμε χώρο στην έκφραση των δύσκολων, αλγεινών συναισθημάτων. Να είμαστε παρόντες και ανθεκτικοί στον πόνο. Για όσο χρειαστεί. Αυτό αποκαλώ εγώ «Νοσηλευτική Πράξη».

Έπειτα όμως, έχουμε χρέος και ευθύνη να προχωρήσουμε στην «Θεραπευτική Πράξη».  Βασιζόμενοι στην αδιαμφισβήτητη αρχή ότι όλοι έχουν την ικανότητα να είναι ευτυχισμένοι και ο κάθε ενήλικας είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του και κανείς άλλος, αρχίζουμε να δουλεύουμε προς την αλλαγή. Ο τρόπος και η θεωρία στην οποία βασιζόμαστε αλλάζει σε κάθε θεραπευτική κατεύθυνση. Ο στόχος, όμως θαρρώ είναι κοινός: να φύγει από μας ο άνθρωπος με αγάπη για τον εαυτό του και τη ζωή, με πίστη στην ικανότητα του να πορεύεται και να τα καταφέρνει, με την πεποίθηση ότι ο ίδιος είναι ο δημιουργός του ταξιδιού του.

Το καίριο σημείο καμπής, κατά τη γνώμη μου, είναι η αναγνώριση της συστημικής αρχής «Κανείς δε φταίει. Φταίει η σχέση.» Αυτή η αρχή μας βγάζει αναγκαστικά από τον παθογόνο ρόλο του θύματος. Προφανώς δε μιλάω για καταστάσεις όπου η διαφορά εξουσίας ήταν καταφανής και πράγματι κάποιος υπέστη άδική κακομεταχείριση από την εξουσία κάποιου άλλου. Αυτό είναι ένα άλλο τεράστιο κεφάλαιο, που δε θα αναλυθεί σε αυτές τις γραμμές. Μια σημείωση μόνο : ακόμα και αν έχω υπάρξει κάποτε θύμα, έχω την ελεύθερη βούληση και την επιλογή να  πορευτώ στο σήμερα μου, απαλλαγμένος από αυτή τη σκιά, αν αποφασίσω να είμαι ευτυχισμένος. Δύο θύματα ίδιας κατάστασης μπορούν να έχουν πολλές διαφορετικές πορείες στη ζωή τους. Δεν υπάρχει γραμμική αιτιότητα μεταξύ εμπειριών και αντιδράσεων. Όχι στα νοήμονα όντα. (Άλλος ένα συστημικός όρος: equopotentiality- ισοδυναμικότητα, όταν ξεκινώντας από την ίδια αρχή δύο διαφορετικά όντα καταλήγουν σε διαφορετικό τέλος).

Η ενηλικίωση είναι δύσκολο πράγμα. Η ανάληψη ευθύνης είναι τρομακτική. Η προοπτική ότι παρόλα τα δεινά και τις στενωπούς μπορώ να έχω κι εγώ μια θέση στον παράδεισο είναι πολύ πιο φοβιστική απ’ ότι ακούγεται. Αλλά η ελευθερία να ζήσω, όπως θέλω και να κυνηγήσω την δικιά μου ευτυχία είναι υπέροχη. Η ελεύθερη βούληση είναι το δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Και αφού τα πάντα εν σοφία εποίησε, δεν μας έδωσε μόνο τη βούληση, αλλά και τη μπόρεση. Τελικά η δουλειά του θεραπευτή ίσως να είναι μόνο αυτή. Να θυμίσει στον άνθρωπο, πως αν θέλει, μπορεί. Και να του υποσχεθεί ότι σε αυτό το ταξίδι, θα είναι εκεί να κωπηλατεί μαζί του στις φουρτούνες, αλλά αφήνοντας πάντα το πηδάλιο στον θαρραλέο, που τόλμησε να γίνει ευτυχισμένος. Το ίδιο πηδάλιο που αρπάζει και ο θεραπευτής στη δική του θάλασσα, στις δικές του φουρτούνες, στη δικιά του ψυχοθεραπεία.

Και τι γίνεται αν κάποιος δε θελήσει να πάρει το πηδάλιο, γιατί και αυτό ανθρώπινη επιλογή είναι; Τότε θαρρώ ότι τελειώνει και η θεραπευτική πράξη. Και δεν είμαι σίγουρη αν είναι ηθικό και έντιμο να κάνουν οι ψυχοθεραπευτές νοσηλευτικές πράξεις, επ’ άπειρον. Έκαστος στο είδος του.

Χανιά, 8 Ιουνίου 2022

Νικολέτα Μπουλταδάκη

ψυχοθεραπεία

Γιατί αρρωσταίνουν οι θεραπευτές; Μια απόπειρα υπόθεσης.

Ασκώ το επάγγελμα του ψυχολόγου 20 χρόνια. Έχω δει χιλιάδες ανθρώπους, έχω αφουγκραστεί ψυχές, έχω γνωρίσει ζωές, έχω συμπορευτεί σε άγνωστα μονοπάτια και έχω συγκατασκευάσει αλλαγές. Εμείς οι θεραπευτές είμαστε ευλογημένα πλάσματα. Συνδεόμαστε διαρκώς. Οι άνθρωποι μας εμπιστεύονται τις ψυχές τους. Είμαστε μάρτυρες θαυμάτων. Ανατροφοδοτούμαστε διαρκώς. Είμαστε πάντα σε ένα εξελικτικό μονοπάτι ύπαρξης είτε το θέλουμε είτε όχι. Είμαστε απίστευτα τυχεροί.
Ταυτόχρονα, είμαστε απίστευτα, υπεράνθρωπα δυνατοί. Οι άνθρωποι δεν έρχονται σε εμάς για να μοιραστούν τη χαρά τους, την ευδαιμονία τους, τον έρωτα τους. Έρχονται πληγωμένοι, ευάλωτοι, αποκαρδιωμένοι, νοσούντες, πάσχοντες. Ψάχνουν φως στο σκοτάδι. Ζητούν ελπίδα. Ζητούν λύσεις. Απαιτούν θαύματα. Αγωνιούν και πονούν. Φέρουν τη ψυχή τους ολόγυμνη και την ακουμπάνε πάνω μας κραυγάζοντας για προστασία και βοήθεια. Εδώ και τώρα. Και εμείς οι θεραπευτές σηκώνουμε αυτό το βάρος. Γινόμαστε Αίαντες έστω και για μία ώρα, όσο κρατά μια συνεδρία. Κι ας είμαστε κατά βάθος Χείρωνες. Πληγωμένοι και οι ίδιοι.
Όλα αυτά, όμως, είναι γνωστά. Είναι το τίμημα που πληρώνεις όταν επιλέγεις αυτό το επάγγελμα και το ξέρεις εξ αρχής. Κι ο καθένας από εμάς, φροντίζει να φροντίζεται. Από θεραπευτές, επόπτες, συναδέλφους, από χαρές και αντισταθμίσεις στην προσωπική μας ζωή. Από οριοθέτηση και ξεκούραση, από κατέβασμα ρολών και απαλλαγή από ρόλους Σωτήρα.
Τότε, γιατί τόσο πολλοί από μας πεθαίνουν από καρκίνο; Συγχωρέστε με για την ερώτηση μου. Δεν υπονοώ ότι οι ίδιοι προκαλούμε τον καρκίνο στον εαυτό μας. Δεν έχω καμία ένδειξη ή απόδειξη για τα αίτια του. Ούτε σε καμία περίπτωση θέλω να σκοτεινιάσω με οποιοδήποτε τρόπο την μνήμη τόσων θεραπευτών. Αλλά, όσο μεγαλώνω, ανησυχώ. Έχω χάσει δασκάλους και δασκάλες. Έχω χάσει θεραπευτές. Και φοβάμαι μην χαθώ κι εγώ.
Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποια συμπεριφορά, κάποιο trait ανάμεσα μας που προκαλεί καρκινογένεση. Αν υποθέσουμε ότι η καταπίεση κάποιων συναισθημάτων μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στην ανάπτυξη και τη διαίρεση των κυττάρων, ποιά είναι αυτά τα συναισθήματα μεταξύ των θεραπευτών; Ο νους μας πάει στο θυμό, δεν είναι έτσι; Πολλαπλές έρευνες σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη που αφορούν μελέτες ασθενών με καρκίνο, ισχυρίζονται ότι έχουν παρατηρηθεί εξαιρετικά χαμηλές μετρήσεις θυμού. Τέτοιες χαμηλές τιμές υποδηλώνουν καταπίεση, καταστολή ή συγκράτηση του θυμού. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι ο καταπιεσμένος θυμός μπορεί να είναι προπομπός για την ανάπτυξη του καρκίνου, αλλά και παράγοντας στην εξέλιξή του μετά τη διάγνωση.
Άραγε γιατί οι θεραπευτές δε θυμώνουν; Μα γιατί ο θυμός είναι δευτερεύον συναίσθημα. Ψάχνουμε να βρούμε τη λύπη που υπάρχει από κάτω. Ντροπή μας, ψυχοθεραπευτές άνθρωποι να μένουμε στα δευτερεύοντα συναισθήματα. Κρίμα τα πτυχία μας. Άλλωστε, δουλειά μας είναι η ανάπτυξη της υγιούς επικοινωνίας, της ανταλλαγής συναισθημάτων και απόψεων με σεβασμό στον εαυτό μας και στους άλλους. Σεβασμός και θυμός δεν πάνε μαζί, πάνε;
Έχω την αίσθηση ότι αρχίζουμε την καριέρα μας υγιείς, καθημερινοί, καμιά φορά δραματικοί άνθρωποι και όσο περνούν τα χρόνια γινόμαστε απομιμήσεις ανθρώπων. Καταπίνουμε το ζεν και το τάο μαζί, γινόμαστε στωικότεροι του Ζήνωνα και επικουρειότεροι του Επίκουρου. Φοράμε πάνω μας μια στολή μακαριότητας και στοχασμού και αντιμετωπίζουμε τα συναισθήματα μας με σκεπτικισμό. Προσπαθούμε να είμαστε διακριτικοί, σχεδόν αόρατοι, ώστε να αφήνουμε χώρο στην έκφραση του άλλου. Κατανοούμε και αντέχουμε κάθε κακή συμπεριφορά ή συναίσθημα του άλλου, εντάσσοντας το ως απάντηση στο όποιο θεωρητικό μας πλαίσιο. Μαθαίνουμε, εκπαιδευόμαστε, να αγαπάμε άνευ όρων, να υπομένουμε κάθε πτυχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Και κάπως έτσι χάνουμε τους εαυτούς μας. Χάνουμε την ικανότητα να έχουμε αυθόρμητα συναισθήματα. Ξεχνάμε να είμαστε άνθρωποι. Ευάλωτοι, με οξείες γωνίες, όχι πάντα ευχάριστοι, όχι πάντα επικοινωνιακοί, όχι πάντα ενσυναισθητικοί. Οι σκιές πίσω από το ρόλο του αγαπησιάρη θεραπευτή ολοένα μεγαλώνουν κι εμείς ολοένα δεν τις αναγνωρίζουμε ως δικές μας. Δεν υπάρχει, άλλωστε χώρος για να βγουν και να χορέψουν. Κουβαλάμε το ρόλο του θεραπευτή στη προσωπική μας ζωή. Κρατάμε αυτή τη θεραπευτική απόσταση από τους ανθρώπους, αυτή την απόσταση της φροντίδας, αυτή την απόσταση που μόνο προστατεύει, ποτέ δεν προστατεύεται. Για να ξεκουραστούμε, απομονωνόμαστε. Για να μη χρειαστεί να φροντίσουμε κανένα. Αλλά ας μη γελιόμαστε. Οι σκιές καραδοκούν. Είναι εκεί μέσα μας κι αν δεν τις βγάλουμε εμείς έξω να χορέψουν, θα στήσουν πανηγύρι στο σώμα μας.
Και καλά θα κάνουν. Ίσως έτσι μας ξυπνήσουν από το λήθαργο στον οποίο εθελοντικά μπήκαμε. Ίσως μας αναγκάσουν να πετάξουμε το ρόλο του ιδανικού θεραπευτή, της ιδανικής μητέρας από πάνω μας. Ίσως μας θυμίσουν το μεγαλείο να είσαι άνθρωπος. Αληθινός, ζωντανός, ευαίσθητος και ευάλωτος και πλημμυρισμένος από κάθε συναίσθημα. Ίσως δώσουν χώρο στην ζωοποιό ορμή του θυμού, στη οριοθέτηση που φέρνει, στο πάθος και στον πόλεμο που χρειάζεται η ζωή για να νικήσει τις αδικίες και τα τέρατα.
Στο τέλος της μέρας, και οι θεραπευόμενοι μας δεν ψάχνουν ιδανικούς θεραπευτές. Ζωντανούς και υγιείς θεραπευτές ψάχνουν. Αληθινούς και αυθεντικούς, όπως αυτούς. Για να μπορούν να ταυτιστούν. Και αν ένα μάθημα υγείας έχουμε να τους δώσουμε, αυτό είναι να μάθουν να μη φοβούνται στη σύγκρουση. Ο φόβος της σύγκρουσης- αυτή η μάστιγα. Και σύγκρουση χωρίς έστω λίγα ίχνη θυμού δεν υπάρχει. Δεν μπορείς να φτιάξεις ομελέτα, χωρίς να σπάσεις αυγά, που λένε και οι φίλοι σας οι Αμερικάνοι. Ας σπάσουμε κανένα αυγό, λοιπό, συνάδελφοι. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.
Χανιά, 1 Μαΐου 2022
Νικολέτα Μπουλταδάκη

θύμα - θύτης

Θύμα – Θύτης. Ένα και το αυτό.

Ασχολούμαι εμμονικά σχεδόν, εδώ και χρόνια με τους ρόλους στις δυσλειτουργικές οικογένειες. Σωτήρας, Ήρωας, Μαύρο Πρόβατο, Χαμένο Παιδί, Κλόουν. Έχοντας αναγνωρίσει τον εαυτό μου ως Σωτήρα στο μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου, παλεύω θεραπευτικά να σπάσω το μοτίβο και να αντέξω να μην είναι το καλό παιδί που όλους τους βοηθά και όλους τους συντρέχει. Ακόμα κι αν ακούγεται απλό, τουλάχιστον ξεκούραστο, ας παραδεχτώ, έχει μεγάλα κόστη. Τα οφέλη του να είσαι αξιαγάπητος, καλός, αθώος, πικραμένος, θυσιασμένος δεν αντικαθιστούνται εύκολα. Και αυτά τα «όχι» και τα «φτάνει πια» και τα «δεν με νοιάζει, δεν με αφορά» δύσκολα προφέρονται, όταν δεν έχεις εξασκηθεί. Δόξα τω Θεώ δεν παλεύω και με ενοχές. Αυτές μετά από 28 χρόνια θεραπευόμενη τις έχω ξεχάσει.

Και εκεί που νόμιζα ότι καλά τα πήγαινα, κι εκεί που μάθαινα να είμαι δυσάρεστη, να οριοθετούμαι πραγματικά, να με προστατεύω, έχοντας οφέλη όχι μόνο ψυχικά αλλά και σωματικά, ήρθα μπροστά σε μια νέα αποκάλυψη. Όποιος ψάχνει βρίσκει, και μελετώντας την ξένη βιβλιογραφία ήρθα μπροστά σε έναν νέο ορισμό του ρόλου του Σωτήρα: enabler! Τουτέστιν Διευκολυντής. Η Sharon Wegscheider – Cruise στο βιβλίο της Another Chance που σκιαγραφεί τους ρόλους σε οικογένειες με αλκοολικούς, χρησιμοποιεί πρώτη αυτήν την ορολογία. Περιγράφει τον Διευκολυντή ως τον σύντροφο του εθισμένου, τον μάρτυρα του εθισμού κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο Διευκολυντής αρνούμενος να αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος, ελπίζοντας σε μια μαγική ίασή, αναλαμβάνοντας τη διεκπεραίωση των ανειλημμένων υποχρεώσεων του εθισμένου, προσπαθώντας να προστατέψει τα παιδιά από την πικρή αλήθεια, φέροντας ντροπή κοινωνικά να το παραδεχτεί και να ζητήσει βοήθεια, υπομείνει και φορτώνεται το πρόβλημα. Καλός άνθρωπος, με μεγάλα ψυχικά αποθέματα. Άγιος σχεδόν. Οσιομάρτυρας επί γης. Αλήθεια είναι. Ποιος θα ήθελε να είναι στη θέση του, άλλωστε;

Υπάρχει όμως μια σκοτεινή αλήθεια πίσω από το φωτοστέφανο. Αφόρητη αλήθεια. Ο Διευκολυντής όντας αρωγός και συμπαραστάτης του εθισμένου, συμπονετικός και συντροφικός, στην πραγματικότητα νομιμοποιεί την δυσλειτουργία. Όταν πνίγεσαι στο αλκοόλ και είμαι πλάι σου, είμαι ένοχος. Όταν κάνεις χρήση ουσιών και στέκομαι δίπλα σου, είμαι ένοχος. Όταν βρίζεις και υποτιμάς εμένα, τα παιδιά σου, τον κόσμο όλο και σε ανέχομαι, είμαι ένοχος. Όταν χτυπάς τα παιδιά σου και δεν τα παίρνω μακριά σου, είμαι ένοχος. Είμαι Διευκολυντής. Είμαι αυτός που επιτρέπει τη δυσλειτουργία να συνεχίζεται εσαεί, επιτρέπει την κακοποίηση να λαμβάνει χώρα με πρόταγμα την ανθρωπιά και την συμπόνια. «Είναι καλό παιδί, δεν θέλει να είναι έτσι, έχει περάσει δύσκολα παιδικά χρόνια, είναι πονεμένος, θα στρώσει, όλοι αξίζουν αγάπη…» αυτές είναι οι σκέψεις μου, αυτές είναι οι εξηγήσεις που δίνω στα παιδιά μου, αυτές είναι οι δικαιολογίες που λέω στον εαυτό μου και στον κόσμο όταν ανέχομαι την κακοποίηση. Γιατί πέρα από όλα τα άλλα, τα φωναχτά και τρανταχτά, η συμβίωση με Εξαρτημένο είναι κακοποίηση. Άλλωστε στ’ αγγλικά η χρήση ουσιών λέγεται «abuse = κακοποίηση)

Άραγε η γυναίκα που ο σύζυγός της δέρνει τα παιδιά του, αυτή του φωνάζει και μετά πλησιάζει τα παιδιά της τα κανακεύει και υπερασπίζεται τον «νευρικό» μπαμπάκα είναι καλή μάνα; Καλή σύζυγος; Καλή γυναίκα; Καλό κοινωνικό όν; Προστατεύει κανέναν; Βοηθά πραγματικά έστω κι ένα μέλος της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένου του εαυτού της; Ο σύζυγος θα συνεχίσει να χτυπά τα παιδιά του. Τα παιδιά θα συνεχίσουν να φοβούνται και να νιώθουν ανυπεράσπιστα. Η γυναίκα θα συνεχίσει να νιώθει ηρωίδα και μάνα κουράγιο. Και η κακοποίηση θα νομιμοποιηθεί, θα στολιστεί με λόγια αγάπης και δύναμης και θα γίνει συνήθεια, θα γίνει νόρμα.

Και θα επαναληφθεί στις επόμενες γενιές με διαφορετικές παραλλαγές. Και θα είμαστε όλοι καλά παιδιά. Και τα κακά παιδιά, καλά είναι και αυτά. Πληγωμένα και παραστρατημένα, λίγο άσωτα, αλλά καλά. Ουδείς εκών κακός, άλλωστε. Καλώς, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΠΑΝΩ ΜΟΥ! ΟΧΙ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ! ΟΧΙ! ΟΧΙ! Άλλο πράγμα η συμπόνια, άλλο η εθελούσια κακοποίηση. Άλλο πράγμα η αγάπη και άλλο πράγμα η συνεξάρτηση. Άλλο πράγμα η ελπίδα και άλλο η εθελοτυφλία. Άλλο πράγμα το θύμα και άλλο ο θύτης.

Δε φταις εσύ αν έχεις βουλιάξει σε οποιαδήποτε διαταραχή ούτε αν έχεις πρόβλημα στον έλεγχο των επιθετικών σου παρορμήσεων. Δε φταις εσύ αν δεν αγαπήθηκες, αν δεν ένιωσες ασφάλεια, αν δε ξέρεις να προσφέρεις. Δε φταις εσύ αν έχεις χαμηλή αυτοεκτίμηση, αν είσαι αντικοινωνικός, αν είσαι ακόμα και τρελός. Αλλά δε φταίω ούτε εγώ. Και, αλίμονο, αν μείνω δίπλα σου και αν επιτρέπω τη διαιώνιση της κακής σου συμπεριφοράς, ούτε εσένα θα σώσω – ποιος ο λόγος να αλλάξεις, αφού σου επιτρέπω να είσαι όπως θες- ούτε εγώ θα σωθώ. Τα φωτοστέφανα είναι πιασμένα. Κακό θα κάνω και σ’ εσένα και σ’ εμένα. Γιατί όσο και να απολαμβάνω να νιώθω ο καλός του δράματος, στο τέλος η ψυχή μου και το σώμα μου θα καταρρεύσουν. Είμαστε φτιαγμένοι για υγεία, για ευτυχία για επιβίωση. Και αυτό το παιχνίδι είναι ανίατα νοσηρό.

Ας επιστρέψω σ’ εμένα. Η μέχρι τώρα θέαση μου ως Σωτήρα, με έκανε να νιώθω απλώς ανοριοθέτητη, αδύναμη, διψασμένη για αποδοχή, φοβούμενη να κοιτάξω τα δικά μου σκοτάδια, τρομαγμένη στην ανάληψη της δικής μου ευθύνης για τη ζωή μου. Χαριτολογούσα και διασκέδαζα την ανάγκη μου να αγαπιέμαι, και πάλευα να βρω νέους τρόπους να υπάρχω. Μετά την επέλαση του όρου Διευκολυντή, συνέβησαν δύο τινά. Πρώτα, ένιωσα αηδία για εμένα και για τις συμφορές που –σαφώς ασυνείδητα- έχω προκαλέσει νομιμοποιώντας την κακοποίηση. Το όποιο φωτοστέφανο διατηρούσα, με κρυφή χαρά, πέταξε μακριά μονομιάς. Έπειτα ένιωσα κάτι καινούριο. Δύναμη. Σθένος. Ανακούφιση. Για τα «όχι» και τα «φτάνει πια» και τα «δεν με νοιάζει, δεν με αφορά» που θα πω από εδώ και στο εξής, χωρίς να φοβάμαι, χωρίς να λυπάμαι, χωρίς να νιώθω κακιά. Γιατί, πράγματι, το να φέρεις έναν άνθρωπο να διαχειριστεί τις συνέπειες των πράξεων του, χωρίς ψευτοσυμπόνια είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορείς να του κάνεις. Και τις περισσότερες φορές είναι ο μόνος τρόπος να θυμηθεί και ο ίδιος ποιος είναι- τέλειο πλάσμα του Θεού, όπως όλοι μας- και να αγωνιστεί να αλλάξει. Κι αυτό στη γλώσσα της ψυχοθεραπείας το λένε Αγάπη.

Χανιά, 22 Μάρτη 2022
Νικολέτα Μπουλταδάκη

η θλίψη ως θεραπεία

Η θλίψη ως θεραπεία

Όσο περισσότερη πείρα αποκτώ στο να βλέπω και να «θεραπεύω» ανθρώπους, τόσο πιο κοντά έρχομαι σε μια κοινή αλήθεια: οι άνθρωποι δεν θρηνούμε. Δεν θλιβόμαστε βαθιά. Δεν πενθούμε ολοκληρωτικά. Προφανώς υπάρχουν εξαιρέσεις. Ευτυχώς. Πάντως, το να είσαι πολίτης χωρών της Δύσης και ιδίως αστικών περιοχών στις μέρες μας, σου δίνει μεγάλες πιθανότητες να υποφέρεις από – ας το ονομάσουμε- θλιψοφοβία. Να φοβάσαι, δηλαδή, τη θλίψη, να την νοσοποιείς και αν γίνεται να την ποινικοποιείς κι από πάνω.

Έχω την υποψία ότι ο καπιταλιστικός τρόπος ζωής και ο εκβιομηχανισμός με την προώθηση της αξίας της παραγωγικότητας, την αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, τις ανελέητες ταχύτητες ζωής, την απομάκρυνση από τον πνευματικό εαυτό, από τη φύση και από τις μικρές αλληλέγγυες κοινότητες μας οδήγησε να απωλέσουμε την «πολυτέλεια» της βίωσης δύσκολων συναισθημάτων. Η κατάθλιψη κάνει πάρτι περίπου έναν αιώνα τώρα. Και τι άλλο είναι η κατάθλιψη από το φόβο της θλίψης; Κατά + Θλίψη. Οι ειδικοί ψυχικής υγείας ξέρουμε καλά ότι το κυρίαρχο συναίσθημα της Μείζονος Κατάθλιψης είναι το επίπεδο – flat συναίσθημα και η ανηδονία. Όχι η θλίψη.

Με απλά λόγια θέλω να πω το εξής: προλαβαίνουμε άραγε να πενθήσουμε μια απώλεια; Να θρηνήσουμε έναν θάνατο; Να κλάψουμε για τις αποτυχίες μας; Να κλειστούμε μακριά από τη ζωή, χωρίς ενοχές και φόβο για τα συντετριμμένα μας όνειρα; Δεν προλαβαίνουμε. Έχουμε δουλειά, έχουμε παιδιά, έχουμε χρέη, έχουμε υποχρεώσεις. Και έχουμε και ντροπή, κι έχουμε και ενοχή και έχουμε και έναν κατακλυσμό από new age αξίες κυνηγιού της «ευτυχίας», της επιτυχίας, της υπερδύναμης, της «υγείας».

Και να προλαβαίναμε, ξέρουμε να θρηνούμε; Όταν ήμασταν βρέφη και νήπια εκφράζαμε τα συναισθήματα μας με γενναιοδωρία. Γελούσαμε, θυμώναμε, φοβόμασταν και εκπλησσόμασταν με όλη μας τη ψυχή. Κάθε ερέθισμα που προκαλούσε ένα συναίσθημα γινόταν κατακλυσμικό. Και μας έπνιγε. Και δεν μας πείραζε. Δεν είχαμε μετασυναισθήματα. Όταν γελούσαμε, ευχαριστιόμασταν με τη ψυχή μας κι όταν τσαντιζόμασταν πάλι το ευχαριστιόμασταν. Δεν ξέραμε ότι οι «ενήλικοι» δεν θυμώνουν. Ούτε ότι οι άντρες δεν κλαίνε. Σιγά- σιγά, φευ, τα μάθαμε. Και αρχίσαμε να λογοκρίνουμε τα συναισθήματα μας, να τα κρύβουμε, να τα εκλογικεύουμε, να δημιουργούμε ως και μηχανισμούς άμυνας για να τα αποφύγουμε. Τα δύσκολα συναισθήματα, τουλάχιστον. Τα απαγορευμένα.

Και μετά από την υπερλογική παιδική ηλικία, περάσαμε στην υπερσυναισθηματική εφηβεία. Όπου με έκπληξη πιάναμε τον εαυτό μας να βιώνει με μεγάλη ένταση τα πάντα. Και αυτό μας φόβιζε. Αλλά βρήκαμε αντίδοτο του φόβου: τις ουσίες. Αλκοόλ, καφές, τσιγάρο, ναρκωτικά. Μα τι ωραία καταπραϋντικά! Είμαι χάλια και κλαίω και με δυο μπύρες χορεύω ξέφρενα. Νιώθω αδύναμος και πεσμένος και με δυο καφέδες αποκτώ ενέργεια ταύρου. Ευλογημένοι καρποί της γης που παράγετε τέτοια ψυχικά παυσίπονα!

Και φτάνω 20 και φτάνω 30 και φτάνω 40 και έχω ξεχάσει να αντέχω τον πόνο. Έχω ξεχάσει να χαίρομαι το κλάμα μου. Δεν ξέρω να πενθώ. Και τρέχω στους ψυχιάτρους να μου γράψουν φάρμακα και στους ψυχολόγους να με θεραπεύσουν. Επειδή χώρισα, επειδή έχασα έναν αγαπημένο, επειδή απέτυχα στην υλοποίηση του στόχου μου. Επειδή δεν μπορώ να δουλέψω, δεν μπορώ να γυμναστώ, δεν μπορώ να φροντίσω τους άλλους. Επειδή δε νιώθω φυσιολογικός. Γιατί δεν έχω διάθεση, γιατί δεν κοιμάμαι, γιατί άλλαξα, κάνε με όπως πριν. Κάνε με, δηλαδή, ένα πλάσμα, σχεδόν μη-πλάσμα. Σχεδόν ρομπότ. Να έχω συναισθήματα, αλλά να τα ελέγχω. Να πονώ, αλλά να δουλεύω. Να φοβάμαι, αλλά να τρέχω, να τρέχω. Όπως τρέχουν όλοι, όπως τρέχουν τα έξοδα, όπως τρέχει το φως.

Συχνά λέω στους θεραπευόμενους μου ότι έχω την αίσθηση ότι ο κόσμος αυτός που ζούμε δεν είναι ανθρώπινος. Δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τους ρυθμούς του. Η φύση όλη έχει άλλους ρυθμούς και όλα τα πλάσματα της. Ξυπνά και αναπαράγεται και ανθίζει την Άνοιξη, συνεχίζει πιο ράθυμα το Καλοκαίρι, δρέπει καρπούς το Φθινόπωρο και ξεκουράζεται τον Χειμώνα. Τα πλάσματα της προσαρμόζονται στις συνθήκες της. Και αυτά που ζουν πολύ, είναι τα πιο αργά, τα πιο βαριεστημένα. Τα βιαστικά δε ζουν πολύ. Πώς οι άνθρωποι έχουν τη ψευδαίσθηση ότι αν δε σταματούν ποτέ, αν δε κάνουν παύση από το κυνήγι της ζωής, θα αντέξουν;

Στην πραγματικότητα η ψυχική κατάρρευση είναι μάλλον το καλό σενάριο. Γιατί αν την ακούσεις και σταματήσεις, θα γλιτώσεις την σωματική. Αλλά πρέπει να μάθουμε να την ακούμε. Και να την υποδεχόμαστε και να μην την διώχνουμε, μην την ξορκίζουμε, να την αγκαλιάζουμε. Μας θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι. Και ότι χρειαζόμαστε πιο «φυσικό» χώρο και χρόνο για να αναπτυχθούμε και να είμαστε υγιείς. Μας θυμίζει ότι δεν είμαστε εμείς οι άρρωστοι. Αλλά οι κοινωνίες μας. Ο τρόπος που ζούμε. Αυτές πρέπει να αλλάξουν. Και από εμάς θα αλλάξουν. Αν θυμηθούμε τι μας κάνει ανθρώπους. Και αυτή είναι η ψυχοθεραπεία. Να θυμηθούμε τι μας κάνει ανθρώπους. Να αγκαλιάσουμε την τρωτότητά μας. Να μας αγαπήσουμε, όπως είμαστε: αδύναμοι, ευαίσθητοί, φθαρτοί. Υπέροχα πλάσματα του Θεού!

Χανιά, 29 Γενάρη 2022

Νικολέτα Μπουλταδάκη

ΥΓ: Αυτό το άρθρο είναι αφιερωμένο σε όλους τους θεραπευόμενους και μαθητές μου που μέσα από τον δικό τους πόνο με δίδαξαν να βλέπω ανθρώπους και όχι ασθενείς. Που μαζί τους παίρνω θάρρος να αντέχω κι εγώ να βουλιάζω στα σκοτάδια μου με πρωτόγνωρη συγκίνηση και όχι με φόβο. Και είναι και μια πρόκληση- πρόσκληση στους μαθητευόμενους θεραπευτές : ας ανοίξουμε τη ψυχή μας στο να αντέχει περισσότερο πόνο, χωρίς φόβο. Ο χρόνος να είναι ο γιατρός της θλίψης και όχι η υπερτίμηση της χαράς και της σεροτονίνης. Πάντα θεραπευόμενη, πάντα μαθήτρια. Σας ευχαριστώ, παιδιά μου.

 

 

 

 

Σωτήρας

Η μοναξιά του Σωτήρα

Οι οικογένειες είναι συστήματα. Και όλα τα συστήματα αναζητούν πάντα ομοιόσταση και ισορροπία. Όταν μια οικογένεια περνάει δυσκολίες – και όλες οι οικογένειες περνάνε δυσκολίες – η ισορροπία κλονίζεται και το σύστημα κινδυνεύει. Αντιλαμβανόμαστε ότι η ισορροπία έχει διαταραχτεί, όταν τα μέλη της οικογένειας δεν εξυπηρετούν το ρόλο τους. Όταν για παράδειγμα, οι γονείς δεν ανταποκρίνονται στα καθήκοντά τους ή τα παιδιά έχουν απωλέσει την παιδικότητα και την ανεμελιά τους. Η βιβλιογραφία για τους ρόλους σε δυσλειτουργικές οικογένειες, έχει εστιάσει σε οικογένειες όπου υπάρχει κατάχρηση αλκοόλ/ουσιών. Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι η ισορροπία χάνεται και η ιεραρχία διαρρηγνύεται σε όλες τις οικογένειες ανά διαστήματα. Και αυτό είναι μέρος της ζωής. Φυσιολογικό.

Όταν μια οικογένεια, λοιπόν, δυσλειτουργεί, αναδύονται κάποιοι βασικοί ρόλοι που «παίζονται» από τα παιδιά, ως μια προσπάθεια να εξισορροπήσουν την οικογένεια και να αποφύγουν τον αναστοχασμό των δικών τους επώδυνων ή στρεσογόνων εμπειριών και συναισθημάτων. Συνήθεις ρόλοι είναι του Σωτήρα, του Ήρωα, του Αποδιοπομπαίου Τράγου, του Κλόουν και του Χαμένου παιδιού. Οι δυσλειτουργικοί οικογενειακοί ρόλοι μπορεί να είναι ευέλικτοι, πράγμα που σημαίνει ότι ένα άτομο μπορεί να ενσωματώνει κατά κύριο λόγο έναν ρόλο, αλλά μπορεί εύκολα να καλύψει έναν άλλο εάν συμβεί μια μετατόπιση και ένας άλλος είναι κενός. Ακόμα κι αν οι γονείς έχουν καλή πρόθεση, είναι απίστευτα δύσκολο να μην διαιωνίσουν τις εμπειρίες που έζησαν στην οικογένεια καταγωγής τους και να μην μεταφέρουν αυτά τα ίδια ανθυγιεινά μοτίβα και ρόλους στην πυρηνική τους οικογένεια.

Ο ρόλος του Σωτήρα είναι απαραίτητος, όταν οι γονείς για οποιοδήποτε λόγο δεν ανταποκρίνονται στους ρόλους φροντιστή ή κουβαλητή. Στην συναισθηματική ή την εκτελεστική ηγεσία με άλλα λόγια. Ασθένεια, ανεργία, αναπηρία, κατάθλιψη, συζυγικές συγκρούσεις είναι μερικές αιτίες για την μη ανάληψη της ευθύνης της εξουσίας. Ένα παιδί ή το μοναδικό παιδί, έρχεται τότε αυθόρμητα και ασυνείδητα να καλύψει το κενό που προκύπτει. Η παιδικότητα παραμερίζεται, για να αναληφθεί η ευθύνη της φροντίδας της οικογένειας. Είτε είναι πρακτική είτε είναι συναισθηματική, αυτή η ευθύνη είναι βαριά για ένα παιδί. Ανήμπορο να διαχειριστεί τα δικά του περιπλεγμένα συναισθήματα, καλείται να ενσυναισθανθεί, να φροντίσει και να νταντέψει τους άλλους. Σηκώνει πάνω του το φορτίο όλων και καλλιεργεί την αίσθηση του οικογενειακού καθήκοντος μέσα του. Μαθαίνει να σχετίζεται εξαρτητικά, για να είναι αποτελεσματικό στο ρόλο του, και δημιουργεί συγχωνευτικές σχέσεις.

Δεν έχει, όμως, μόνο βάρη αυτός ο ρόλος. Έχει και θετική ανατροφοδότηση. Η οικογένεια επαινεί τον Σωτήρα για τη δύναμη και την αυτοθυσία του. Του θυμίζει διαρκώς πόσο πολύτιμος είναι και εξάρει τα κατορθώματά του. Του τοποθετεί ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι και μαζί την ταμπέλα του καλού παιδιού. Μεγάλη ευλογία να σε αγαπούν όλοι. Να σε αναζητούν. Να στρέφονται σε εσένα για βοήθεια και συμβουλές. Να στηρίζονται πάνω σου. Να σ αγαπούν. Το αξίζεις άλλωστε. Κέρδισες την αγάπη με κόπο και αυτοθυσία.

Συνηθισμένος να είσαι αξιαγάπητος και γνωρίζοντας ότι πρέπει να προσφέρεις διαρκώς και αγόγγυστα για να αξίζεις την αγάπη αυτή, καθιστά δύσκολο να εγκαταλείψεις το ρόλο, ακόμα και αν η ισορροπία στο σύστημα έχει επανέλθει και δε χρειάζεται πια η σωτήρια επέμβαση. Ο καλός σωτήρας, διψασμένος για αγάπη και σεβασμό, απλώνει τις δεξιότητες του και εκτός οικογένειας. Είναι αυτός, στον οποίο θα στραφούν οι φίλοι για συμβουλή, αυτός που θα τρέξει να συμπαρασταθεί σε κάθε ανάγκη, αυτός που το σπίτι και η καρδιά του είναι πάντα ανοιχτή να φιλοξενήσει τους κατατρεγμένους του κόσμου, τούτου. Φιλάνθρωπος, αλτρουιστής, κοινωνικά ευαίσθητος. Το καλύτερο παιδί. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι πιθανότατα θα διαλέξει να ακολουθήσει ανθρωπιστικό επάγγελμα. Η φροντίδα του ανθρώπου είναι η φύση του, άλλωστε. Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη δουλειά.

Υπάρχει, όμως μια σκιά πίσω από αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο. Πάντα υπάρχει μια σκιά. Η πεποίθηση ότι είμαι αναγκαίος, απαραίτητος, αναντικατάστατος και κυρίως καλός άνθρωπος. Τόσο δοτικός και φιλεύσπλαχνος. Θυσιάζομαι για τους άλλους. Αφήνω τη ζωή μου πίσω, για όσους αγαπώ. Θυσιάζομαι για σένα. Και κάθε μέρα γυαλίζω το φωτοστέφανο μου για να σιγουρευτώ ότι βλέπουν όλοι την καθαρότητα μου. Αν κάποιος με ρωτήσει αν θυμώνω, αν εκνευρίζομαι, δυσκολεύομαι να εντοπίσω αυτό το συναίσθημα μέσα μου. Δε θυμώνω, λέω, στεναχωριέμαι. Το φωτοστέφανο μου κι εγώ δεν επιτρέπουμε σε τέτοια ευτελή συναισθήματα να μας μολύνουν. Ξεχνώ ότι ακόμα και ο Ιησούς κάποτε πήρε μαστίγιο και έδιωξε τους εμπόρους από τον ναό.

Είναι ύβρις να θεωρούμε ότι θυσιαζόμαστε για τους άλλους. Ότι είμαστε άγιοι άνθρωποι. Δεν το κάνουμε στην πραγματικότητα για τους άλλους, αλλά για ΄μας. Εμείς νιώθουμε χρήσιμοι και απαραίτητοι και αξιαγάπητοι. Και όλο αυτό μπροστά στην αδυναμία του άλλου. Γίνε αβοήθητος, να έρθω να σε σώσω. Και μη σηκωθείς ποτέ πολύ, γιατί θα χάσω τον ρόλο μου. Κι έχουμε εθιστεί σε αυτή την αίσθηση. Και η σκιά μεγαλώνει. Αφοσιωνόμαστε στους άλλους για να αποφύγουμε να αντιμετωπίσουμε τη δική μας ζωή. Τις σπουδές μας, την καριέρα μας, τη σχέση μας, την οικογένεια μας. Τρομοκρατούμαστε από την ιδέα να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. Να αναμετρηθούμε με τις δυνάμεις μας. Να αποτύχουμε.

Αναρωτιέμαι αν ο σωτήρας μπορεί πραγματικά να σχετιστεί. Να αφεθεί σε μια σχέση. Αν το να συνδεόμαστε με ασφάλεια το μάθαμε κάποτε από τους γονείς που μας φρόντιζαν όταν τους χρειαζόμασταν, στην περίπτωση του Σωτήρα αυτό το αξίωμα δεν ισχύει. Αφού αν οι γονείς ήταν συνεπείς στους ρόλους τους, δε θα γεννιόταν η ανάγκη για να δημιουργηθεί ο ρόλος του Σωτήρα. Από την άλλη πλευρά, όταν έχω μάθει τόσο πολύ να προσφέρω, να περιθάλπω, να συμπονώ και να προσφέρω, ξέρω άραγε να δέχομαι; Έχω την ικανότητα να βασίζομαι στους άλλους; Τους έχω εμπιστοσύνη; Κι αν ξέρω καλά να αγαπώ, αλλά τον εαυτό μου τον βάζω πίσω και δε ξέρω να αγαπιέμαι, τότε πώς στ’ αλήθεια συνδέομαι;

Είναι παράδοξο ότι ο ίδιος άνθρωπος που ξέρει περισσότερο απ’ όλους να προσφέρει, ταλανίζεται από το αίσθημα της μοναξιάς. Μοναξιά γιατί δε ξέρει να ζητά, μοναξιά γιατί φοβάται να αγαπήσει, μοναξιά γιατί δεν μπορεί να εμπιστευτεί. Και κατάθλιψη. Για τη ζωή του που δε ζει. Μεγάλο το τίμημα. Για ένα ευχαριστώ.

Χανιά, 1 Δεκέμβρη 2021,
Νικολέτα Μπουλταδάκη

Γιατί δεν μπορώ να απαλλαχτώ από αυτά που με «πάνε πίσω;»

Γιατί δεν μπορώ να απαλλαχτώ από αυτά που με «πάνε πίσω;»

Σε πολλές φάσεις της ζωής μας αναρωτιόμαστε γιατί δεν μπορούμε να είμαστε λειτουργικοί, γιατί φερόμαστε με τρόπο άλογο, γιατί καταφεύγουμε σε εθισμούς, ώστε να σταματήσουμε το μυαλό μας απ’ το να σκέφτεται (και τη ψυχή από το να πονά). Οι λόγοι μπορεί να είναι άπειροι, αλλά εδώ θα εστιάσουμε σε έναν. Στην εσωτερίκευση αλλότριων φωνών. Δηλαδή σε μια διαδικασία που φωνές σημαντικών ή απλά τραυματικών άλλων ηχούν μέσα μας σαν να ήταν δικές μας.

Παιδαγωγικά είναι γνωστό, ότι οι ετικέτες που βάζουμε στα παιδιά, ο τρόπος που απευθυνόμαστε σε αυτά και η εικόνα που τους παρουσιάζουμε γι’ αυτά, όταν μας απογοητεύουν, έχουν τη δύναμη να τα ορίζουν και τα οδηγούν να «παντρεύονται» μ’ έναν τρόπο τους ρόλους που τους φοράμε. Αυτό που δεν αντιλαμβανόμαστε, είναι το μέγεθος και το χρονικό μάκρος που μπορούν να διατηρήσουν αυτές οι εντολές μέσα μας.

Αν το μήνυμα, για παράδειγμα, που κάποτε λάμβανες έλεγε ότι είσαι τεμπέλης, θα έρθουν στιγμές, πολλά χρόνια αργότερα, που ενώ βρίσκεσαι σε παραγωγικό οίστρο, άξαφνα παρατηρείς τον εαυτό σου να παγώνει και να κάνει σκέψεις ανημποριάς, ανικανότητας, απογοήτευσης κλπ. Εκείνη τη στιγμή, άθελα σου, επαναφέρεις μέσα σου τη φωνή των γονιών που σε αποκαλούσαν τεμπέλη, και ασυνείδητα, τους τιμάς, ικανοποιώντας αυτόν τον ρόλο. Το συναίσθημα που βιώνεις είναι πανομοιότυπο με αυτό που βίωνες όταν το άκουγες παιδί, με τη διαφορά ότι πια εσύ είσαι ο θήτης του εαυτού σου.

Είναι φοβερό, πώς οι άνθρωποι οικειοποιούμαστε τις  τραυματικές, εκείνες φωνές που κάποτε μας πλήγωσαν βαθιά. Ενώ θα περιμέναμε ότι μεγαλώνοντας θα βρίσκαμε τη δική μας φωνή, θα χτίζαμε εκ νέου την ταυτότητα και την εικόνα μας με έναν τρόπο αυτοσυμπονετικό και λειτουργικό, παραμένουμε πιστοί με έναν τρόπο στις φωνές των σημαντικών μας άλλων. Σαν να είναι ύβρις να πετάξουμε από πάνω μας τις ταμπέλες που μας φόρεσαν, σαν να νιώθουμε ότι έτσι τιμάμε τους γονείς μας: αποδεικνύοντας τους ότι είχαν δίκιο, ότι πράγματι δεν τα καταφέρνουμε, κι ίσως ακόμα- ακόμα ότι τους έχουμε ακόμα ανάγκη να μας δείχνουν το δρόμο της ζωής.

Η ψυχή δεν υπακούει σε όρους λογικής. Η ψυχή δεν είναι αντικειμενική. Ούτε αναγνωρίζει ως χρήσιμο μόνο το υγιές και λειτουργικό. Έχει τη δική της λογική, τις δικές της λαχτάρες, τα δικά της θέλω. Η ψυχή, πάνω απ’ όλα, δεν αναγνωρίζει ως σημαντικό το ενδοψυχικό. Είναι εξ ενστίκτου σχεσιακή και διαπροσωπική. Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον. Γεννιέται, ανασταίνεται και ανθίζει μέσα σε σχέσεις. Οι σχέσεις τον αρρωσταίνουν και οι σχέσεις τον γιατρεύουν.

Η ψυχή δεν αναγνωρίζει ηλικίες. Αν τραυματίστηκε ως παιδί, θα παραμείνει, σε ένα επίπεδο, παιδί. Ο νους του ενήλικα θα της δίνει εντολές λογικές, λειτουργικές, «θεραπευτικές», αλλά αυτή είναι ανήμπορη να της ακούσει γιατί είναι ακόμα παιδί. Η ψυχή δεν αναγνωρίζει τη θυσία ως πρόβλημα αν ο στόχος είναι η αποδοχή του άλλου. Τολμά να παραμελήσει τις ανάγκες για αυτοπραγμάτωση προκειμένου να επιτύχει τη χαρά της σύνδεσης. Ένα παιδί ζητά αγάπη και αποδοχή. Αυτά ζητά η τραυματισμένη ψυχή μας. Πρώτα και πάνω απ’ όλα.

Για να κερδίσουμε την αποδοχή και την αγάπη, από βρέφη ακόμα, εφευρίσκουμε διάφορους τρόπους, φοράμε διάφορα κουστούμια ρόλων και πειραματιζόμαστε. Άλλος κάνει τον ήρωα και τα καταφέρνει με ό,τι καταπιάνεται για να κάνει τους γονείς περήφανους. Άλλος παίζει τον σωτήρα και το καλό παιδί για να κερδίσει την συμπάθεια και την αγάπη. Άλλος δοκίμασε αυτούς τους τρόπους και δε τα κατάφερε και αποφάσισε να προσποιηθεί ότι δεν τον ενδιαφέρει η αποδοχή, παίζοντας τον ρόλο του μαύρου πρόβατου ώστε να σιγουρευτεί ότι αφού είναι δύσκολος, αν κάποιος τύχει και τον αγαπήσει θα είναι σίγουρα αληθινό και δε θα ξαναπληγωθεί.

Η θεραπευτική εργασία, από συστημική σκοπιά, περιλαμβάνει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, την αναγνώριση της ανάγκης για ανοίκειν καταρχάς, κι έπειτα την κατανόηση των μοτίβων και ρόλων αλληλεπίδρασης που έχουμε υιοθετήσει για την ικανοποίηση αυτής της λαχτάρας.

Η απαλλαγή από δυσλειτουργικά μοτίβα σχετίζεσθαι είναι ο θεραπευτικός στόχος, αλλά ο δρόμος προς αυτόν οφείλει να είναι αργός, απαλός και με σεβασμό. Το εσωτερικό μας παιδί, το τραυματισμένο κομμάτι της ψυχής μας, έχει άλλους ρυθμούς κι άλλες αντοχές από ότι ο λογικός, ενήλικος νους. Χρειάζεται να μάθει τη συγχώρεση και την αυτοσυγχώρεση, τη συμπόνοια και την αυτοσυμπόνια, την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια για να γαληνέψει και να ησυχάσει. Και ως αιώνιο παιδί, ως άλλος Πίτερ Παν, δε βιάζεται να μεγαλώσει. Απολαμβάνει τα παραμύθια, το παιχνίδι και τη μη ανάληψη ευθύνης. Και ποιος την αδικεί;

Χανιά, 11/10/2021

Νικολέτα Μπουλταδάκη

 

πικασο-γυναίκες

Γιατί οι σχέσεις τελειώνουν άδοξα; Συστημικές υποθέσεις.

Οι σχέσεις δεν είναι ένα ακαθόριστο, χαοτικό συνονθύλευμα δυνάμεων. Δεν είναι η τύχη, ο χρόνος, η χημεία ή η αγάπη που τις συντηρεί. Δεν είναι η διαφωνία χαρακτήρων – αν υπάρχει χαρακτήρας- που τις τερματίζει. Η τυχαιότητα βοηθά στη γνωριμία. Η ανάγκη για σχετίζεσθαι είναι που συνήθως τις συντηρεί στο χρόνο. Για να είναι, όμως, οι σχέσεις καλές, λειτουργικές, άνετες, πηγές χαράς προϋποθέτουν την ύπαρξη βασικών αρχών.

Ο Αυστριακός βιολόγος Ludwig von Bertalanffy μας έδωσε δώρο τη Γενική Θεωρία των  Συστημάτων. Σύμφωνα με αυτήν, όλα τα έμβια συστήματα διέπονται από τους ίδιους κανόνες. Η αρμονία και η ισορροπία στη φύση δεν είναι αποτέλεσμα τυχαιότητας. Τα πάντα εν σοφία εποίησε. Αρχές όπως η ομοιόσταση, η μορφογένεση, η νεγκετροπία, η εντροπία, ο ισομορφισμός, η ισοτέλεια είναι αυτές που κρατάνε τα συστήματα λειτουργικά και ζωντανά. Τη Γενική θεωρία των συστημάτων εμπλούτισε ο ανθρωπολόγος, εθνολόγος, ερευνητής Gregory Bateson με την Κυβερνητική θεωρία και προσέφερε στην ψυχιατρική ένα σαφές πλαίσιο κανόνων και αρχών που καθορίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Η συστημική επιστήμη και θεραπεία έπαιρνε σάρκα και οστά.

Πριν την ανάπτυξη της συστημικής θεραπείας, μελετούσαμε τη συμπεριφορά και τη συμπτωματολογία του ανθρώπου εστιασμένοι σε ένα ατομικό, ενδοψυχικό  πλαίσιο με ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά και σημαντικά σημεία καμπής στην αναπτυξιακή του ιστορία. Η θεραπεία εστιάζονταν στην εξυγίανση ενός «χαλασμένου» εγώ, μιας αντιστροφής τραυματικών, παθογενών εμπειριών και στην απόκτηση της ιδεατής αυτοπραγμάτωσης.

Οι συστημικοί ήρθαν και είπαν: οι άνθρωποι καθορίζονται από τις σχέσεις τους. Από τις αλληλεπιδράσεις τους. Τα συστήματα στα οποία ζουν είναι υπεύθυνα για την ευζωία ή για την παθολογία τους. Το πώς σχετίζομαι, με απλά λόγια, τα μοτίβα αλληλεπιδράσεων μου, η αίσθηση αυτονομίας και συμπόρευσης που έχω, και η αφήγηση μου για όλα αυτά, μετέπειτα, είναι υπεύθυνα για το αν είμαι καλά ή όχι. Η προσωπικότητα, η πρώιμη ανατροφή, τα βιώματα μου ως υπεύθυνα για τη ψυχολογική μου υγεία μοιάζουν για εύκολες γραμμικές, τελολογικές ερμηνείες για το ποιος είμαι και γιατί είμαι, όπως είμαι. Τα καλά νέα είναι ότι υπάρχει «εγχειρίδιο» για το πώς να σχετίζομαι καλά.

Προσωπικά, θεωρώ ότι η πιο βασική αρχή για να μπορέσουν οι σχέσεις να είναι ισορροπημένες και υγιείς, είναι η Ισοτιμία. Ισοτιμία σημαίνει, έχουμε τον ίδιο βαθμό εξουσίας ο ένας απέναντι στον άλλο. Βρισκόμαστε στο ίδιο επίπεδο και η σχέση μας περιβάλλεται από αυτό που ο Don Jackson έλεγε «quid pro quo», σε απλά ελληνικά ό,τι δίνεις, παίρνεις. Η αρχή της Ισοτιμίας, προφανώς δεν αφορά σχέσεις που η ιεραρχία και η ανάγκη για εξουσία, για ανάληψη ευθύνης είναι προφανής. Με τους γονείς μου, για παράδειγμα,  δεν έχω ισοτιμία. Έχουν την ευθύνη μου και άρα έχουν την εξουσία. Είναι ιεραρχικά ανώτεροι από εμένα στην κλίμακα. Με φροντίζουν, με στηρίζουν, με αναθρέφουν. Δεν μπορώ να δώσω ό,τι μου δίνουν.  Η ισοτιμία αφορά τις φιλικές, τις ερωτικές και τις συνεργατικές σχέσεις. Όπου στεκόμαστε με τον άλλο στο ίδιο επίπεδο. Κοιταζόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο.

Ας εστιάσουμε στις φιλικές σχέσεις. Τα πράγματα θα έπρεπε να είναι απλά. Περνάμε χρόνο μαζί, μοιραζόμαστε στιγμές, χαρές και βάσανα και με το πέρασμα του χρόνου, ο βαθμός οικειότητας μας συνδέει και μας κάνει να συμπορευόμαστε, να μοιραζόμαστε τις ζωές μας. Η ύπαρξη του φίλου μας στη ζωή μας, μας δίνει την αίσθηση της ασφάλειας, της συνύπαρξης μας κάνει να νιώθουμε αγαπητοί και διώχνει μακριά τον υπαρξιακό τρόμο της μοναξιάς. Έχουμε κάθε λόγο να αισθανόμαστε τυχεροί. Και αφηνόμαστε. Και γινόμαστε ολοένα και περισσότερο «ο εαυτός μας». Και βγαίνουν στην επιφάνεια τα μοτίβα αλληλεπίδρασής μας. Ο τρόπος, δηλαδή που έχουμε μάθει να σχετιζόμαστε, ο οποίος είναι πυρηνικός και είναι ίδιος σε όλα τα είδη σχέσεων μας.  Οι απαιτήσεις μας, η αίσθηση χρέους μας, οι βαθιές πληγές μας, οι λαχτάρες μας. Και οι σχέσεις γίνονται ευάλωτες. Και σταματάνε να είναι δεδομένες. Και χρειάζονται διαπραγμάτευση και δουλειά.

Εκεί έρχεται η αρχή της Ισοτιμίας να δώσει απαντήσεις, τις περισσότερες φορές. Η σχέση είναι πραγματικά ισότιμή; Υπάρχει ανταλλαγή φροντίδας και νοιαξίματος με τον ίδιο τρόπο; Μήπως ο ένας έχει αναλάβει το ρόλο του Σωτήρα, του δυνατού κι ο άλλος απολαμβάνει τη φροντίδα και την προστασία; Μήπως ο ένας απολαμβάνει πολύ να συντρέχει, να είναι αρωγός, αλλά δεν ξέρει και δε ζητά ποτέ βοήθεια; Μήπως ο άλλος συνήθως είναι αυτός που έχει προβλήματα, που έχει μάθει να ακουμπά στον ώμο σου για φροντίδα, αλλά οι δικοί του ώμοι είναι αδύναμοι και εύθραυστοι; Το σενάριο που φαίνεται να μας έρχεται στο μυαλό, ως πιθανή εξέλιξη μιας τέτοιας σχέσης είναι ότι ο Σωτήρας κάποτε θα κουραστεί να δίνει και θα ζητήσει να πάρει από αυτόν  που – έχει ο ίδιος εκπαιδεύσει – μόνο να δέχεται. Θα νιώσει ότι ο άλλος είναι αχάριστος, αγνώμονας και  ανεπαρκής και θα κηρύξει λογύδρια αδικίας και θυσίας. Συνήθως, όμως στη ζωή τα πράγματα δε γίνονται έτσι. Ο Σωτήρας, έχει πλήρη συνείδησή για το ρόλο του. Ξέρει ότι είναι πιο δυνατός και παίρνει αυτοεκτίμηση από αυτή του θέση. Ο ίδιος, άλλωστε δεν έχει μάθει να ζητά. Δε ξέρει πώς είναι να βρίσκεσαι σε θέση μη ισχύος. Η σχέση με τον Σωζόμενο, με αυτόν που εξυπηρετεί, συμπληρωματικά το ρόλο του τον κρατά ασφαλή. Ο Σωζόμενος είναι αυτός που αντιδρά στη ζωή. Είναι αυτός που κάποτε νιώθει στο πετσί του αυτή την ανισότητα, νιώθει ότι ο Σωτήρας δε θα έρθει ποτέ στη θέση του, δε θα «πέσει» στο ίδιο επίπεδο με αυτόν και εκρήγνυται. Διαμαρτύρεται. Με μια ασήμαντη αφορμή, παίρνει των ομματιών του και αποχωρεί. Είναι ωραίο να φροντίζεσαι, είναι ευχάριστο να νιώθεις ασφαλής, αλλά είναι αβάσταχτο να νιώθεις υποδεέστερος, μικρότερος, αδύναμος. Και αυτό είναι, στο κάτω- κάτω- υγιές.

Η εμπειρία λέει ότι οι περισσότερες φιλικές σχέσεις, τελειώνουν εξαιτίας της έλλειψης Ισοτιμίας. Οι σχέσεις είναι συμπληρωματικές. Θύμα χωρίς Θύτη δεν υπάρχει, Θύτης χωρίς Θύμα δεν υπάρχει. Δυνατός, χωρίς Αδύναμο, και Αδύναμος χωρίς Δυνατό. Όταν είμαστε μόνοι, η ανάγκη για επιβίωση παραμερίζει τους ρόλους που έχουμε μάθει να παίζουμε. Οι ρόλοι, τα μοτίβα αλληλεπίδρασής μας, στην πραγματικότητα, παίρνουν τα ινία σε κάθε περίσταση συσχέτισης. Είναι μαθημένες φόρμες επιβίωσης από την οικογένεια μας. Μπορεί να τους κουβαλάμε από γενεές σε γενεές. Τους υιοθετήσαμε για να επιβιώσουμε κάποτε, αλλά τις περισσότερες φορές στην ενήλικη ζωή δεν είναι παρά μόνο εμπόδια. Ο καλός ηθοποιός παίζει καλά όλους τους ρόλους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Ο καλός θεραπευόμενος συνειδητοποιεί, αγκαλιάζει και εναλλάσσει τους ρόλους του, αναζητώντας την ιδεατή επίτευξη συσχέτισης χωρίς μάσκες, μακιγιάζ, κουστούμια και προκαθορισμένες ατάκες. Την αυθεντική συνύπαρξη. Την Ένωση.

Η οικογένεια είναι ένα σύστημα στο οποίο κάθε μέλος του συστήματος, με τη σειρά λέει τα λόγια που του αντιστοιχούν, παίρνει τη θέση που του αντιστοιχεί, και παίζει τον ρόλο που του έχει ανατεθεί στο οικογενειακό δράμα καθώς επαναλαμβάνεται ώρα με την ώρα και μέρα με τη μέρα […] Τα μέλη της οικογένειας που μπορούν να γίνουν συνειδητά στη γνώση των ρόλων τους μπορούν να επιφέρουν προβλέψιμη αλλαγή στα μοτίβα δράσης-συμπεριφοράς των άλλων. Murray Bowen

 

Χανιά, 1 Οκτώβρη 2021

Νικολέτα Μπουλταδάκη

Συνοπτικό ημερολόγιο μιας τυχαίας γυναίκας

Από μικρή μου άρεσε να μαζεύω παπαρούνες. Το χωριό μου, μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν παράδεισος για ανεμώνες, για μανουσάκια, για βοτάνια. Ένα συγκεκριμένο χωράφι ήταν πάντα γεμάτο με κόκκινες, μεγάλες ανεμώνες. Αλλά η μητέρα μου δεν μ’ άφηνε να πλησιάζω εκεί.  Ήταν στοιχειωμένο! Από  μια κοπέλα από το χωριό που βιάστηκε από έναν συγγενή της. Όταν ο πατέρας της το έμαθε την πέταξε ζωντανή να την φάνε τα γουρούνια. Και καμιά φορά, λέει το χωριό, ακούγονται οι κραυγές της.

Τέτοιες ιστορίες με ανέθρεψαν. Τέτοιες ιστορίες με γαλούχησαν για το ποια είναι η θέση μου ως γυναίκα. Μεγάλωσα με αίσθημα ντροπής για την σεξουαλική μου ταυτότητα. Πριν κατανοήσω την ανθρώπινη μου υπόσταση, ήξερα ότι από θέση και από φύση φταίω. Όταν γεννήθηκα, η μητέρα μου λιποθύμησε όταν είδε ότι ήμουν κορίτσι. Πίστευε ότι δεν θα με ήθελε ο πατέρας μου. Ίσως για αυτό να μου έδωσαν και το όνομα του. Για να τον καλοπιάσουν. Μεγάλωσα γυναίκα, αλλά πάλευα να είμαι και αντράκι. Κοντά μαλλιά και παντελόνια. Άθληση και αγορίστικα παιχνίδια. Σαν να είχα πάρει μια ασυνείδητη εντολή ότι για να είμαι αποδεκτή, πρέπει να είμαι και άντρας. Στην εφηβεία η φύση φώναζε και απαιτούσε να τιμηθεί. Η ντροπή μεγάλωνε. Η έμμηνος ρύση, η αύξηση στήθους, η τριχοφυΐα, ήρθαν για να ξεσκεπάσουν κάθε μάσκα αγοροκόριτσου. Τα μαλλιά μάκραιναν, τα παντελόνια έγιναν φουστάνια και τα ποδόσφαιρα, παιχνίδια με κούκλες.

Αυτή ήταν η πρώτη μου συνάντηση με τον έφηβο εαυτό μου. Θύμωνα με κάθε νέα σωματική αλλαγή που με έκανε πιο πολύ γυναίκα. Και φοβόμουν. Η πρώτη μου περίοδος κράτησε έναν μήνα. Έναν μήνα με πόνο.  Ήρθε και επικάθισε πάνω στις ενοχές για τη φύση μου, ως τιμωρία. Ο τρόμος από το πονηρό βλέμμα των αντρών εγκαταστάθηκε για πάντα. Το βλέμμα που κάποτε ακολουθούσαν λέξεις χυδαίες, που κάποτε γινόταν και ανοικειοθελές άγγιγμα. Το βλέμμα της αντρικής κυριαρχίας.

Την περίοδο της κατάθλιψης, που κράτησε τουλάχιστον 3-4 χρόνια, διαδέχθηκε μια φάση υπεραντίδρασης και υπερσεξουαλικότητας. Κοντές φούστες, διαφάνειες, κόκκινα βαμμένα χείλια, ανάγκη για πρόκληση και απελευθέρωση. Στα 16 τέτοιες απόπειρες είναι επικίνδυνες και ήμουν πολύ τυχερή που δεν έγιναν μοιραίες. Αυτό που ένιωθα για τον εαυτό μου αγκαλιάστηκε από την grunge μουσική, και τη δόξα της εναλλακτικής ροκ σκηνής της δεκαετίας του ’90. Έβγαζα τη γλώσσα στην παραδοσιακή θέση και εικόνα της γυναίκας και έφτυνα τα στερεότυπα της σεμνής κορασίδας. Αλλά, φευ, η κατάθλιψη και οι ενοχές δεν ησύχαζαν. Όταν ο σύντροφος μου, που στα μάτια μου ήταν ο φύλακας άγγελός μου, με χτύπησε, έπειτα από έναν καυγά, έκανα απόπειρα αυτοκτονίας. Αν ούτε αυτός με αγαπά, δεν αξίζω να ζω. Ευτυχώς επέζησα.

Πήγα πανεπιστήμιο σε μία χώρα, σε μία πόλη με όλες τις φυλές. Στο αμφιθέατρο καθόμουν δίπλα σε κορίτσια με μπούργκες, σε αγόρια με φούστες, σε ανθρώπους με μπίντι στο μέτωπό τους, σε ξεχασμένα πανκιά, σε επίδοξα spice girls. Η διαμονή μου στην Αγγλία με καθησύχασε. Άνοιξε τη ψυχή μου σε νέες ιδέες, σε άλλες κουλτούρες, με έφερε ένα βήμα πιο κοντά στην αποδοχή του εαυτού μου. Μέσα μου, όμως οι φωνές των γυναικών, γενεών αμέτρητων πριν από μένα στις Κρητικές μου ρίζες, γυναικών κακοποιημένων, βασανισμένων και υποτιμημένων φώναζαν ότι η δικιά μου η κουλτούρα είναι η σωστή. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να ήταν; Αν δεν τις τιμούσα πώς θα αναπαυόταν η ψυχή τους;

Οι σπουδές τελείωσαν, επέστρεψα στο νησί περήφανη Κρητικοπούλα, αλλά διαφορετική. Αγγλία, ψυχολογία, επαφή με ψυχικά νοσούντες, με έκαναν πιο συμπονετική, όχι μόνο στους άλλους, αλλά και σε μένα. Και τότε άρχισε το ταξίδι της συστημικής εκπαίδευσης και ψυχοθεραπείας. Μου πήρε χρόνια να συγχωρέσω τον εαυτό μου και τους Άλλους μου. Και ακόμα περισσότερα να διώξω τις ενοχές μου. Η μάχη ήταν μεταξύ δύο πλευρών μου. Της πολιτισμικής μου ταυτότητας και του σκεπτόμενου νου μου. Ισότιμοι αντίπαλοι. Όποτε νικούσε η παλιά πλευρά, είχα κατάθλιψη – για την μοίρα που δεν ήθελα να αποδεχτώ. Όποτε νικούσε η νέα, είχα κρίση πανικού – για τον άγνωστο δρόμο που δε ξέρω να βαδίζω.

Η συστημική θεραπεία έφερε το τέλος του πολέμου. Είπε: δεν είναι καλύτερο το παλιό. Δεν είναι καλύτερο το καινούριο. Δεν είμαι ή το ένα ή το άλλο. Είμαι ΚΑΙ τα δυο. Κουβαλώ στο αίμα και στο σώμα μου τη μάνα, τις θειάδες , τις γιαγιάδες και τις προγονές μου που πάλευαν να επιβιώσουν σε μια αδυσώπητη πατριαρχία. Φέρω όμως μέσα μου και σπόρους ισότητας, ισοτιμίας και σεβασμού. Συνάντησα τις ψυχές αγαπημένων αντρών, συντρόφων και φίλων, που σέβονται, φροντίζουν και υπερασπίζουν τη γυναίκα. Που πασχίζουν να πετάξουν από πάνω τους τους δικούς τους πατριαρχικούς, μισογυνιστικούς ρόλους.

Έχει ξημερώσει μια καλύτερη εποχή για την ανθρωπότητα. Το φεμινιστικό κίνημα, οι ταξικοί αγώνες, η επιστημονική κυριαρχία και η διεύρυνση της παιδείας, έχουν οδηγήσει στην καλύτερη ως τώρα κοινωνική συγκυρία στον πλανήτη μας. Ο κόσμος δεν χειροτερεύει. Όσο η μόρφωση και η πληροφορία είναι προσβάσιμα σε όλους, τόσο η δύναμη των πολλών, το δίκιο του αδικημένου θα κερδίζουν μάχες.

Είναι όμορφο να συνειδητοποιείς ότι ζεις στην εποχή που μπορείς να πάρεις διαζύγιο, μπορείς να παντρευτείς ή να μην παντρευτείς όποιον θες, που γυναίκες και άντρες μορφώνονται και εργάζονται ως ίσοι προς ίσους. Τουλάχιστον έτσι λένε οι νόμοι. Τουλάχιστον σε αυτή τη χώρα. Τουλάχιστον οι υγιείς. Τουλάχιστον όσοι επιβιώνουν. Τουλάχιστον ΟΣΕΣ επιβιώνουν. Χρέος μου, και χρέος κάθε ευνοημένης γυναίκας και κάθε άντρα είναι να τιμήσουμε κάθε καταπιεσμένη, κακοποιημένη, φονευμένη γυναίκα και να εμποδίσουμε να προστεθούν και άλλες στη λίστα. Ας μιλήσουμε ανοιχτά: Ο σεξισμός οδηγεί στη γυναικοκτονία ( τα office δεν αναγνωρίζουν την λέξη εν τω μεταξύ) και όχι το πάθος. Ο σεξισμός οδηγεί στο βιασμό και όχι το προκλητικό ντύσιμο. Ο σεξισμός μας κάνει να ντρεπόμαστε για το φύλο μας. Ο σεξισμός μας καταδυναστεύει απ’ όταν ανοίγουμε τα μάτια μας. Απλά επειδή γεννηθήκαμε με αιδοίο.

Στην ψυχοθεραπεία λέμε ότι η θεραπεία επέρχεται όταν το άφατο, το ανείπωτο μπει σε λέξεις. Κάθε γυναίκα οφείλει να μιλήσει για τον δικό της αγώνα, για τη δική της εμπειρία πατριαρχίας. Και κάθε άντρας για τη δική του μάχη να πετάξει από πάνω του το ρούχο που του φόρεσαν. Να μιλήσουμε, να αφουγκραστούμε ο ένας την άλλη, η μία τον άλλον, όλ@ όλ@. Να πονέσουμε μαζί και να δώσουμε τα χέρια. Χέρια που θα γίνουν γροθιές. Γιατί ο δρόμος είναι μακρύς, γιατί ο πόλεμος μαίνεται. Και γιατί άλλη γυναικοκτονία δεν αντέχεται.

 

Νικολέτα Μπουλταδάκη

Χανιά, 20 Ιούλη 2021

η εποχή του θερισμού

Η εποχή του θερισμού

Το Καλοκαίρι δε σημαίνει μόνο χαλάρωση, ραστώνη κι ανεμελιά. Και οι διακοπές δεν είναι μόνο ξεκούραση, απόδραση και διασκέδαση. Το Θέρος φέρει μαζί του και το βάρος του θερισμού. Στη γη και στη ζωή ό,τι σπείρεις θα θερίσεις. Και το Καλοκαίρι, ακριβώς επειδή παρέχει τη διάθεση της μη κίνησης και της παύσης, κουβαλά την ευθύνη του απολογισμού.

Η ρουτίνα της καθημερινότητας, οι ρομποτικοί, καπιταλιστικοί ρυθμοί, οι εύκολες αποδράσεις μέσω αλκοόλ, ουσιών, εξαρτήσεων και οθονών αλλά και η μη πολυτέλεια θλίψης και πένθους εξυπηρετούν στο θόλωμα του καθρέφτη, στη μη ενδοσκόπηση. Η παύση, όμως, η βραδύτητα και οι ράθυμοι ρυθμοί μας αναγκάζουν να γυαλίσουμε τον καθρέφτη μας και να μας δούμε κατάματα.

Άλλωστε κάθε ευκαιρία για αργία συνοδεύεται από προσδοκίες για στιγμές ευτυχίας. Ξεκούραση, αυτοφροντίδα, σύνδεση με αγαπημένους, ταξίδι, διασκέδαση, πολυτέλεια. Και ομολογημένα ή μη, έρωτα. Πόσες επιθυμίες, πόσα όνειρα στοιβαγμένα σε ένα κομμάτι χρόνου, αναμένουν υλοποίηση! Πόσο στρες εσωτερικευμένο γεμίζει το σώμα, πόση αγωνία κρυμμένη πίσω από ελαφριά ρούχα, σανδάλια, γυαλιά ηλίου και χαμογελαστές σέλφις σε παραλίες.

«Άη Νικόλα, Βόηθα με! Κούνα κι εσύ τα χέρια σου!» λέμε στην Κρήτη. Να ονειρευόμαστε, ναι, να οραματιζόμαστε το ανέφικτο, ναι, αλλά να αγωνιζόμαστε ταυτόχρονα. Θερίζουμε ό,τι σπέρνουμε, σημαίνει ότι την ώρα της συγκομιδής αναλαμβάνουμε την ευθύνη των επιλογών μας. Για ό,τι επιλέξαμε να κάνουμε και για τη φροντίδα και τον κόπο που καταβάλαμε για την καρποφορία του. Μερικά φυτά, τα πετάς στη γη, φυτρώνουν, βλασταίνουν, ανθίζουν και καρποφορούν χωρίς κόπο, χωρίς φροντίδα. Αυτά είναι οι σπόροι επιβίωσης, τα αναγκαία για τη ζωή, η ανάσα μας που βγαίνει χωρίς τη συνειδητή μας προσπάθεια. Οι αυτόνομες μας λειτουργίες. Τα περισσότερα φυτά, τα πιο θρεπτικά, τα πιο νόστιμα, χρειάζονται παρουσία, σκάλισμα και ξεχορτάριασμα, λίπασμα και πότισμα και κλάδεμα. Αυτά είναι οι στόχοι, τα όνειρα, η πρόοδος, το μεγάλωμα, η αγάπη και η αυτοφροντίδα.

Στον κήπο της ζωής μας, οι σπόροι της επιβίωσης φυτεύονται με την πρώτη μας ανάσα. Η οικογένεια μας σπέρνει κι άλλους σπόρους για την ανατροφή μας. Τα πουλιά- οι άνθρωποι που απαντάμε, μας δίνουν τους δικούς τους. Τα ζιζάνια, οι πόνοι και οι αγωνίες της ζωής φυτρώνουν συνεχώς κι ας μη τα σπέρνουν. Ο ενήλικας έρχεται να φροντίσει και να διαμορφώσει τη δική του καλλιέργεια, τον δικό του ζωογόνο κήπο. Φέρει την ευθύνη να επιλέξει τι θα σπείρει και είναι υπεύθυνος να φροντίσει για την καρποφορία και το θερισμό του.

Η ζωή μας είναι σαν τον κήπο μας. Έχουμε να επιλέγουμε κάθε φορά αν θα τον αφήσουμε στο έλεος της φύσης και στον οίκτο της βροχής και των περαστικών σπόρων ή αν θα τον σπείρουμε με τροφή για το σώμα και την ψυχή, με ομορφιά λουλουδιών και με δύναμη και προστασία δέντρων. Τα ζιζάνια θα είναι πάντα εκεί, να μας θυμίζουν ότι σε κάθε ζωή, το άλγος είναι αναπόφευκτο και οι δυσκολίες είναι συνυφασμένες με την ύπαρξη. Αλλά τα επιδέξια χέρια ενός καλού γεωργού δεν σταματάνε να ξεριζώνουν τα παρείσακτα φυτά και να φυτεύουν στη θέση τους μυρωδάτα άνθη.

Αν το Χειμώνα δεν φρόντισες τον κήπο σου, η αναμονή του θέρους είναι ουτοπία. Αν θραφείς με εύγεστες στιγμές θα είναι μάλλον δανεικές από γενναιόδωρους κηπουρούς και περαστικούς φτερωτούς φίλους. Ακόμα κι έτσι, πεινασμένος και κουρασμένος, μην πέσεις σε μετάνοιες και αυτομομφές. Ο κήπος σου είναι εκεί και σε περιμένει. Άρχισε να τον οργώνεις και να τον ξεβοτανίζεις. Κοπίασε και ονειρέψου. Γίνε ο κηπουρός της ζωής σου και δρέψε τους καρπούς που μόνος σου καλλιεργείς από δω και πέρα. Άλλωστε το ακαλλιέργητο χώμα είναι πολλές φορές πιο θρεπτικό για ό,τι του σπείρεις.

Καλό Θέρος!

Χανιά, 7/7/2021

Νικολέτα Μπουλταδάκη

Virginia Satir

Οι 4 λαχτάρες της γιαγιάς Βιρτζίνια

 

Η Virginia Satir , διάσημη ψυχοθεραπεύτρια και συνδημιουργός της οικογενειακής ψυχοθεραπείας, στην μεταφορική απεικόνιση του ανθρώπινου ψυχισμού στο Ανθρώπινο Καλειδοσκόπιο αναφέρει ότι στο βάθος της ταυτότητας μας υπάρχει η αίσθηση του εαυτού -Εγώ Είμαι –  και ακολουθείται από τις Λαχτάρες. Οι Λαχτάρες είναι πανανθρώπινες επομένως κάθε ανθρώπινο ον τις βιώνει και είναι αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξης, της συμπεριφοράς και του ψυχικού κόσμου εν γένει. Η κάθε Λαχτάρα έχει συγκεκριμένη λειτουργία και σκοπό σε κάθε άνθρωπο και είναι αδύνατον να εξαλειφθούν από τη ζωή μας. Μπορούμε να τις αποδεχτούμε, να μάθουμε να τις διαχειριζόμαστε διαφορετικά, να κατασκευάζουμε νέους τρόπους έκφρασής τους, αλλά δεν μπορούμε να τις διαγράψουμε από τη ζωή μας.

Η πρώτη λαχτάρα είναι για Μητέρα, η δεύτερη για Πατέρα, η τρίτη είναι η λαχτάρα για εαυτοαγάπη και η τέταρτη για αδελφή ψυχή. Μια μάνα να μας φροντίσει και να μας αγαπήσει άνευ όρων. Έναν πατερά να μας προστατέψει και να στέκεται δίπλα μας σε κάθε δυσκολία. Αποδοχή και αγάπη του εαυτού μας όπως είναι, αυτοεκτίμηση και αυτοσυμπόνια. Και έπειτα έναν σύντροφο να γιορτάσουμε την ύπαρξή μας μαζί του, να διαχυθούμε και να συγχωνευθούμε.

Οι λαχτάρες βρίσκονται στο βαθύτερο μέρος του ψυχισμού. Είναι αυτές που ουσιαστικά κρύβονται πίσω από τα συναισθήματά μας τους στόχους, τις συμπεριφορές μας τα συμπτώματα και τις οδύνες μας. Κατοικούν στο πιο απόκρυφο μας κομμάτι και ενώ τόσο μας καθορίζουν, μπορεί και να περάσουμε όλη μας τη ζωή αγνοώντας τες. Εφόσον τις κάνουμε ορατές, εφόσον τις αποδεχτούμε, το μονοπάτι της ζωής μας φωτίζεται από θάρρος και αυτοεκτίμηση. Αντίθετα, αν τις αρνηθούμε, τις αγνοήσουμε, ή τις απωθήσουμε αδειάζουμε το βίο μας από την ίδια μας την ουσία.

Μελετώντας τις λαχτάρες, νομίζω ότι η Σατίρ δεν τις παρουσίασε τυχαία με αυτή την σειρά. Η λαχτάρα για τη μάνα είναι μάλλον είναι μάλλον η πιο ισχυρή μας ανάγκη. Η μάνα που αγαπά, η μάνα που φροντίζει, η μάνα που θηλάζει, που νοιάζεται, που αγωνιά για εμένα, που με καμαρώνει και που με μεγαλώνει. Η μάνα που είναι εκεί για πάντα, η μάνα που ό,τι κι αν κάνω, ό,τι κι αν μου συμβεί θα με αποδεχτεί και θα με αγαπά. Η μάνα που θυσιάζει τις ανάγκες της, η μάνα που θρηνεί, όταν πονώ και που λάμπει, όταν γελώ. Η Μάνα. Όχι απαραίτητα η αληθινή, η σάρκινη, η γεννήτοράς μου. Η ιδανική Μάνα. Γιατί αλλιώς πώς θα αντέξουμε την αβάσταχτη παραδοξότητα της ύπαρξης; Ποιός διαστρεμμένος και άκαρδος θεός μας φέρνει στον κόσμο, χωρίς να μπορέσουμε να νιώσουμε ότι αξίζουμε την αγάπη;

Μεγάλος ο αγώνας μας και μεγαλύτερος ο πόνος μας κάθε φορά που αυτή η ψευδαίσθηση, αυτό το ιδανικό καταρρέει. Κάθε φορά που η μάνα δε στέκεται σαν ιδανική μάνα. Κάθε φορά που είναι απλώς άνθρωπος – πληγωμένη και η ίδια, αποκαρδιωμένη, θυμωμένη, απόμακρη. Χρόνια παράπονα και χρόνια ψυχοθεραπείας για να αποδεχτούμε το αυτονόητο: η μάνα μας είναι άνθρωπος, όπως κι εμείς. Κι ακόμα κι αν το δεχτούμε, δε παύουμε να το λαχταράμε, γιατί από εκεί αντλούμε κάθε αίσθηση αυταξίας, το ίδιο το νόημα της ύπαρξής μας.

Κι όταν έχουμε αποδεχτεί ότι έχει νόημα αυτή η ζωή, ότι μπορούμε να αγαπηθούμε, μπορούμε να συνδεθούμε, αναζητάμε τον προσωπικό μας δρόμο κι αναζητούμε την ασφάλεια. Κι εκεί έρχεται η λαχτάρα για Πατέρα. Πατέρα προστάτη, πατέρα βράχο, πατέρα καθοδηγητή, πατέρα δίκαιο, ισχυρό, σοφό, παντοδύναμο και αήττητο. Γυρεύουμε την αίσθηση του ότι κι αν μας συμβεί, αυτός ο μικρός θεός θα είναι πάντα εκεί για να μας σώσει, για να μας συντρέξει, για να «καθαρίσει» για εμάς. Πολεμάμε να κερδίσουμε την εκτίμηση του και την περηφάνια του για εμάς. Διψάμε για το «μπράβο» του και λαχταράμε το βλέμμα της αποδοχής του.

Κι ας έχουμε έναν πατέρα ευάλωτο αδύναμο, απόμακρο, κουρασμένο, απογοητευμένο, εξακολουθούμε να φαντασιωνόμαστε ότι κάποιος άλλος, κάπως αλλιώς είναι. Αν η μητέρα δίνει το νόημα στην ύπαρξή μας, ο πατέρας εμπνέει τον σκοπό της. Ό,τι κι αν κάνουμε, όσο κι αν παλεύουμε, το δικό του χαμόγελο αναζητάμε πίσω από κάθε μας επιτυχία. Μέχρι και τότε να συνειδητοποιήσουμε ότι θεοί δεν υπάρχουν. Μόνο άνθρωποι που παλεύουν. Και συνεχίζουμε το δρόμο μας, με την επίγνωση πια ότι η ασφάλεια είναι μια ψευδαίσθηση, μια κατασκευή για να αναπνέουμε χωρίς τρόμο.

Και τότε μόνο, απαλλαγμένοι από τις φτερούγες της Μαμάς και του Μπαμπά μπορούμε και πρέπει να στραφούμε στις δικές μας, εσωτερικές, γονεϊκές πλευρές. Να ανακαλύψουμε και να αναδείξουμε τα δικά μας εσωτερικά βλέμματα αυταξίας και αυτοεκτίμησης. Να μας αγαπήσουμε και να μας φροντίσουμε. Να μας καθοδηγήσουμε και να μας προστατέψουμε. Να μας αποδεχτούμε και να μάθουμε να μας φροντίζουμε. Να μας αγκαλιάζουμε και να μας νταντεύουμε. Γιατί ιδανικοί γονείς δεν υπάρχουν. Και να υπήρχαν δεν μπορούν να είναι πάντα εκεί.

Κι αν το καταφέρουμε αυτό, συμβαίνει κάτι μαγικό. Αυτοαποδοχή σημαίνει αποδοχή της ανθρωπιάς μας. Αποδοχή της ευαλωτότητας μου, αποδοχή του γεγονότος ότι δεν είμαι θεός, δεν είμαι τέλειος, δεν είμαι ικανός για τα πάντα, δεν μπορώ πάντα να τα διαχειρίζομαι όλα, και δεν είμαι φτιαγμένος για να είμαι ατρόμητος, κι άρα ούτε και μόνος. Και εκείνη τη μαγική στιγμή αγαπάω ξανά τους γονείς μου. Τους αγαπάω αλλιώς. Με το βλέμμα του ενήλικα, κι όχι του παραπονιάρικου παιδιού. Πρέπει να συμπονέσω και να συγχωρήσω τον εαυτό μου που δεν είναι ιδανικός για να πλησιάσω τη ψυχή των γονιών μου. Πώς άλλωστε μπορεί να γίνει αλλιώς;

Και τότε, ίσως μόνο τότε, μου γεννιέται η λαχτάρα για την αδελφή ψυχή. Όχι για έναν σύντροφο, όχι για έναν συνοδοιπόρο, όχι για έναν άνθρωπο στο πλάι μου. Αλλά για τον άνθρωπο αυτό που θα με νοιώσει, που θα με αγαπήσει, που δε θα φοβηθεί να αφεθεί σε έμενα και που θα αντέξει και θα θελήσει το δικό άφημα σε αυτόν.  Λαχτάρα κι αυτή. Ψευδαίσθηση και αυτή. Αλλά κι αυτή εξίσου ιερή. Ποια άλλη ψευδαίσθηση νικά τον υπαρξιακό τρόμο της μοναξιάς; Με όσο κόσμο κι αν βρισκόμαστε, ξέρουμε πάντα ότι είμαστε μόνοι. Και μόνοι θα πεθάνουμε. Η ιερή τρέλα του έρωτα, η αναβίωση του Πλατωνικού μύθου του ερμαφρόδιτου όντος, της αδελφής ψυχής, είναι το μόνο αντίδοτο στην απελπισία της μοναξιάς.

Κι ακόμα κι αν ξέρουμε λογικά και κυνικά ότι είναι ένα παραμύθι, ίσως η γνώση αυτή και μόνο, ότι δηλαδή είναι παραμύθι, να φτάνει. Όχι για να μην αναζητήσουμε την αδελφή μας ψυχή. Αλλά για να μην απογοητευτούμε όταν ανακαλύψουμε ότι και αυτή η θεότητα, τελικά έκρυβε από κάτω έναν άνθρωπο. Με σάρκα, με οστά, με λαχτάρες και ευκαιρία στο όνειρο, όπως ακριβώς κι εμείς.

 

Νικολέτα Μπουλταδάκη

Χανιά, 15 Ιουνίου 2021

 

 

 

 

 

ενσυναίσθηση

Ενσυναίσθηση, φροντίδα, σύνδεση στη θεραπευτική σχέση. Ευλογία και Κατάρα

Η πρώτη φάση κάθε ψυχοθεραπευτικής εργασίας, ανεξάρτητα από την εκπαίδευση …

δυναστεία της χαράς

Η δυναστεία της χαράς, κι άλλες Χριστουγεννιάτικες ιστορίες

Τα Χριστούγεννα έφτασαν και μαζί τους μας κάνει επίσκεψη ο Άη Βασίλης, …

συμπόνια

Η σημασία του να είσαι συμπονετικός

Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να αγαπά. Η αγάπη, λέει ο Χιλιανός βιολόγος …