Ετικέτα: <span>ψυχοθεραπειά</span>

ψυχοθεραπεία

Γιατί αρρωσταίνουν οι θεραπευτές; Μια απόπειρα υπόθεσης.

Ασκώ το επάγγελμα του ψυχολόγου 20 χρόνια. Έχω δει χιλιάδες ανθρώπους, έχω αφουγκραστεί ψυχές, έχω γνωρίσει ζωές, έχω συμπορευτεί σε άγνωστα μονοπάτια και έχω συγκατασκευάσει αλλαγές. Εμείς οι θεραπευτές είμαστε ευλογημένα πλάσματα. Συνδεόμαστε διαρκώς. Οι άνθρωποι μας εμπιστεύονται τις ψυχές τους. Είμαστε μάρτυρες θαυμάτων. Ανατροφοδοτούμαστε διαρκώς. Είμαστε πάντα σε ένα εξελικτικό μονοπάτι ύπαρξης είτε το θέλουμε είτε όχι. Είμαστε απίστευτα τυχεροί.
Ταυτόχρονα, είμαστε απίστευτα, υπεράνθρωπα δυνατοί. Οι άνθρωποι δεν έρχονται σε εμάς για να μοιραστούν τη χαρά τους, την ευδαιμονία τους, τον έρωτα τους. Έρχονται πληγωμένοι, ευάλωτοι, αποκαρδιωμένοι, νοσούντες, πάσχοντες. Ψάχνουν φως στο σκοτάδι. Ζητούν ελπίδα. Ζητούν λύσεις. Απαιτούν θαύματα. Αγωνιούν και πονούν. Φέρουν τη ψυχή τους ολόγυμνη και την ακουμπάνε πάνω μας κραυγάζοντας για προστασία και βοήθεια. Εδώ και τώρα. Και εμείς οι θεραπευτές σηκώνουμε αυτό το βάρος. Γινόμαστε Αίαντες έστω και για μία ώρα, όσο κρατά μια συνεδρία. Κι ας είμαστε κατά βάθος Χείρωνες. Πληγωμένοι και οι ίδιοι.
Όλα αυτά, όμως, είναι γνωστά. Είναι το τίμημα που πληρώνεις όταν επιλέγεις αυτό το επάγγελμα και το ξέρεις εξ αρχής. Κι ο καθένας από εμάς, φροντίζει να φροντίζεται. Από θεραπευτές, επόπτες, συναδέλφους, από χαρές και αντισταθμίσεις στην προσωπική μας ζωή. Από οριοθέτηση και ξεκούραση, από κατέβασμα ρολών και απαλλαγή από ρόλους Σωτήρα.
Τότε, γιατί τόσο πολλοί από μας πεθαίνουν από καρκίνο; Συγχωρέστε με για την ερώτηση μου. Δεν υπονοώ ότι οι ίδιοι προκαλούμε τον καρκίνο στον εαυτό μας. Δεν έχω καμία ένδειξη ή απόδειξη για τα αίτια του. Ούτε σε καμία περίπτωση θέλω να σκοτεινιάσω με οποιοδήποτε τρόπο την μνήμη τόσων θεραπευτών. Αλλά, όσο μεγαλώνω, ανησυχώ. Έχω χάσει δασκάλους και δασκάλες. Έχω χάσει θεραπευτές. Και φοβάμαι μην χαθώ κι εγώ.
Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποια συμπεριφορά, κάποιο trait ανάμεσα μας που προκαλεί καρκινογένεση. Αν υποθέσουμε ότι η καταπίεση κάποιων συναισθημάτων μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στην ανάπτυξη και τη διαίρεση των κυττάρων, ποιά είναι αυτά τα συναισθήματα μεταξύ των θεραπευτών; Ο νους μας πάει στο θυμό, δεν είναι έτσι; Πολλαπλές έρευνες σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη που αφορούν μελέτες ασθενών με καρκίνο, ισχυρίζονται ότι έχουν παρατηρηθεί εξαιρετικά χαμηλές μετρήσεις θυμού. Τέτοιες χαμηλές τιμές υποδηλώνουν καταπίεση, καταστολή ή συγκράτηση του θυμού. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι ο καταπιεσμένος θυμός μπορεί να είναι προπομπός για την ανάπτυξη του καρκίνου, αλλά και παράγοντας στην εξέλιξή του μετά τη διάγνωση.
Άραγε γιατί οι θεραπευτές δε θυμώνουν; Μα γιατί ο θυμός είναι δευτερεύον συναίσθημα. Ψάχνουμε να βρούμε τη λύπη που υπάρχει από κάτω. Ντροπή μας, ψυχοθεραπευτές άνθρωποι να μένουμε στα δευτερεύοντα συναισθήματα. Κρίμα τα πτυχία μας. Άλλωστε, δουλειά μας είναι η ανάπτυξη της υγιούς επικοινωνίας, της ανταλλαγής συναισθημάτων και απόψεων με σεβασμό στον εαυτό μας και στους άλλους. Σεβασμός και θυμός δεν πάνε μαζί, πάνε;
Έχω την αίσθηση ότι αρχίζουμε την καριέρα μας υγιείς, καθημερινοί, καμιά φορά δραματικοί άνθρωποι και όσο περνούν τα χρόνια γινόμαστε απομιμήσεις ανθρώπων. Καταπίνουμε το ζεν και το τάο μαζί, γινόμαστε στωικότεροι του Ζήνωνα και επικουρειότεροι του Επίκουρου. Φοράμε πάνω μας μια στολή μακαριότητας και στοχασμού και αντιμετωπίζουμε τα συναισθήματα μας με σκεπτικισμό. Προσπαθούμε να είμαστε διακριτικοί, σχεδόν αόρατοι, ώστε να αφήνουμε χώρο στην έκφραση του άλλου. Κατανοούμε και αντέχουμε κάθε κακή συμπεριφορά ή συναίσθημα του άλλου, εντάσσοντας το ως απάντηση στο όποιο θεωρητικό μας πλαίσιο. Μαθαίνουμε, εκπαιδευόμαστε, να αγαπάμε άνευ όρων, να υπομένουμε κάθε πτυχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Και κάπως έτσι χάνουμε τους εαυτούς μας. Χάνουμε την ικανότητα να έχουμε αυθόρμητα συναισθήματα. Ξεχνάμε να είμαστε άνθρωποι. Ευάλωτοι, με οξείες γωνίες, όχι πάντα ευχάριστοι, όχι πάντα επικοινωνιακοί, όχι πάντα ενσυναισθητικοί. Οι σκιές πίσω από το ρόλο του αγαπησιάρη θεραπευτή ολοένα μεγαλώνουν κι εμείς ολοένα δεν τις αναγνωρίζουμε ως δικές μας. Δεν υπάρχει, άλλωστε χώρος για να βγουν και να χορέψουν. Κουβαλάμε το ρόλο του θεραπευτή στη προσωπική μας ζωή. Κρατάμε αυτή τη θεραπευτική απόσταση από τους ανθρώπους, αυτή την απόσταση της φροντίδας, αυτή την απόσταση που μόνο προστατεύει, ποτέ δεν προστατεύεται. Για να ξεκουραστούμε, απομονωνόμαστε. Για να μη χρειαστεί να φροντίσουμε κανένα. Αλλά ας μη γελιόμαστε. Οι σκιές καραδοκούν. Είναι εκεί μέσα μας κι αν δεν τις βγάλουμε εμείς έξω να χορέψουν, θα στήσουν πανηγύρι στο σώμα μας.
Και καλά θα κάνουν. Ίσως έτσι μας ξυπνήσουν από το λήθαργο στον οποίο εθελοντικά μπήκαμε. Ίσως μας αναγκάσουν να πετάξουμε το ρόλο του ιδανικού θεραπευτή, της ιδανικής μητέρας από πάνω μας. Ίσως μας θυμίσουν το μεγαλείο να είσαι άνθρωπος. Αληθινός, ζωντανός, ευαίσθητος και ευάλωτος και πλημμυρισμένος από κάθε συναίσθημα. Ίσως δώσουν χώρο στην ζωοποιό ορμή του θυμού, στη οριοθέτηση που φέρνει, στο πάθος και στον πόλεμο που χρειάζεται η ζωή για να νικήσει τις αδικίες και τα τέρατα.
Στο τέλος της μέρας, και οι θεραπευόμενοι μας δεν ψάχνουν ιδανικούς θεραπευτές. Ζωντανούς και υγιείς θεραπευτές ψάχνουν. Αληθινούς και αυθεντικούς, όπως αυτούς. Για να μπορούν να ταυτιστούν. Και αν ένα μάθημα υγείας έχουμε να τους δώσουμε, αυτό είναι να μάθουν να μη φοβούνται στη σύγκρουση. Ο φόβος της σύγκρουσης- αυτή η μάστιγα. Και σύγκρουση χωρίς έστω λίγα ίχνη θυμού δεν υπάρχει. Δεν μπορείς να φτιάξεις ομελέτα, χωρίς να σπάσεις αυγά, που λένε και οι φίλοι σας οι Αμερικάνοι. Ας σπάσουμε κανένα αυγό, λοιπό, συνάδελφοι. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.
Χανιά, 1 Μαΐου 2022
Νικολέτα Μπουλταδάκη

η θλίψη ως θεραπεία

Η θλίψη ως θεραπεία

Όσο περισσότερη πείρα αποκτώ στο να βλέπω και να «θεραπεύω» ανθρώπους, τόσο πιο κοντά έρχομαι σε μια κοινή αλήθεια: οι άνθρωποι δεν θρηνούμε. Δεν θλιβόμαστε βαθιά. Δεν πενθούμε ολοκληρωτικά. Προφανώς υπάρχουν εξαιρέσεις. Ευτυχώς. Πάντως, το να είσαι πολίτης χωρών της Δύσης και ιδίως αστικών περιοχών στις μέρες μας, σου δίνει μεγάλες πιθανότητες να υποφέρεις από – ας το ονομάσουμε- θλιψοφοβία. Να φοβάσαι, δηλαδή, τη θλίψη, να την νοσοποιείς και αν γίνεται να την ποινικοποιείς κι από πάνω.

Έχω την υποψία ότι ο καπιταλιστικός τρόπος ζωής και ο εκβιομηχανισμός με την προώθηση της αξίας της παραγωγικότητας, την αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, τις ανελέητες ταχύτητες ζωής, την απομάκρυνση από τον πνευματικό εαυτό, από τη φύση και από τις μικρές αλληλέγγυες κοινότητες μας οδήγησε να απωλέσουμε την «πολυτέλεια» της βίωσης δύσκολων συναισθημάτων. Η κατάθλιψη κάνει πάρτι περίπου έναν αιώνα τώρα. Και τι άλλο είναι η κατάθλιψη από το φόβο της θλίψης; Κατά + Θλίψη. Οι ειδικοί ψυχικής υγείας ξέρουμε καλά ότι το κυρίαρχο συναίσθημα της Μείζονος Κατάθλιψης είναι το επίπεδο – flat συναίσθημα και η ανηδονία. Όχι η θλίψη.

Με απλά λόγια θέλω να πω το εξής: προλαβαίνουμε άραγε να πενθήσουμε μια απώλεια; Να θρηνήσουμε έναν θάνατο; Να κλάψουμε για τις αποτυχίες μας; Να κλειστούμε μακριά από τη ζωή, χωρίς ενοχές και φόβο για τα συντετριμμένα μας όνειρα; Δεν προλαβαίνουμε. Έχουμε δουλειά, έχουμε παιδιά, έχουμε χρέη, έχουμε υποχρεώσεις. Και έχουμε και ντροπή, κι έχουμε και ενοχή και έχουμε και έναν κατακλυσμό από new age αξίες κυνηγιού της «ευτυχίας», της επιτυχίας, της υπερδύναμης, της «υγείας».

Και να προλαβαίναμε, ξέρουμε να θρηνούμε; Όταν ήμασταν βρέφη και νήπια εκφράζαμε τα συναισθήματα μας με γενναιοδωρία. Γελούσαμε, θυμώναμε, φοβόμασταν και εκπλησσόμασταν με όλη μας τη ψυχή. Κάθε ερέθισμα που προκαλούσε ένα συναίσθημα γινόταν κατακλυσμικό. Και μας έπνιγε. Και δεν μας πείραζε. Δεν είχαμε μετασυναισθήματα. Όταν γελούσαμε, ευχαριστιόμασταν με τη ψυχή μας κι όταν τσαντιζόμασταν πάλι το ευχαριστιόμασταν. Δεν ξέραμε ότι οι «ενήλικοι» δεν θυμώνουν. Ούτε ότι οι άντρες δεν κλαίνε. Σιγά- σιγά, φευ, τα μάθαμε. Και αρχίσαμε να λογοκρίνουμε τα συναισθήματα μας, να τα κρύβουμε, να τα εκλογικεύουμε, να δημιουργούμε ως και μηχανισμούς άμυνας για να τα αποφύγουμε. Τα δύσκολα συναισθήματα, τουλάχιστον. Τα απαγορευμένα.

Και μετά από την υπερλογική παιδική ηλικία, περάσαμε στην υπερσυναισθηματική εφηβεία. Όπου με έκπληξη πιάναμε τον εαυτό μας να βιώνει με μεγάλη ένταση τα πάντα. Και αυτό μας φόβιζε. Αλλά βρήκαμε αντίδοτο του φόβου: τις ουσίες. Αλκοόλ, καφές, τσιγάρο, ναρκωτικά. Μα τι ωραία καταπραϋντικά! Είμαι χάλια και κλαίω και με δυο μπύρες χορεύω ξέφρενα. Νιώθω αδύναμος και πεσμένος και με δυο καφέδες αποκτώ ενέργεια ταύρου. Ευλογημένοι καρποί της γης που παράγετε τέτοια ψυχικά παυσίπονα!

Και φτάνω 20 και φτάνω 30 και φτάνω 40 και έχω ξεχάσει να αντέχω τον πόνο. Έχω ξεχάσει να χαίρομαι το κλάμα μου. Δεν ξέρω να πενθώ. Και τρέχω στους ψυχιάτρους να μου γράψουν φάρμακα και στους ψυχολόγους να με θεραπεύσουν. Επειδή χώρισα, επειδή έχασα έναν αγαπημένο, επειδή απέτυχα στην υλοποίηση του στόχου μου. Επειδή δεν μπορώ να δουλέψω, δεν μπορώ να γυμναστώ, δεν μπορώ να φροντίσω τους άλλους. Επειδή δε νιώθω φυσιολογικός. Γιατί δεν έχω διάθεση, γιατί δεν κοιμάμαι, γιατί άλλαξα, κάνε με όπως πριν. Κάνε με, δηλαδή, ένα πλάσμα, σχεδόν μη-πλάσμα. Σχεδόν ρομπότ. Να έχω συναισθήματα, αλλά να τα ελέγχω. Να πονώ, αλλά να δουλεύω. Να φοβάμαι, αλλά να τρέχω, να τρέχω. Όπως τρέχουν όλοι, όπως τρέχουν τα έξοδα, όπως τρέχει το φως.

Συχνά λέω στους θεραπευόμενους μου ότι έχω την αίσθηση ότι ο κόσμος αυτός που ζούμε δεν είναι ανθρώπινος. Δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τους ρυθμούς του. Η φύση όλη έχει άλλους ρυθμούς και όλα τα πλάσματα της. Ξυπνά και αναπαράγεται και ανθίζει την Άνοιξη, συνεχίζει πιο ράθυμα το Καλοκαίρι, δρέπει καρπούς το Φθινόπωρο και ξεκουράζεται τον Χειμώνα. Τα πλάσματα της προσαρμόζονται στις συνθήκες της. Και αυτά που ζουν πολύ, είναι τα πιο αργά, τα πιο βαριεστημένα. Τα βιαστικά δε ζουν πολύ. Πώς οι άνθρωποι έχουν τη ψευδαίσθηση ότι αν δε σταματούν ποτέ, αν δε κάνουν παύση από το κυνήγι της ζωής, θα αντέξουν;

Στην πραγματικότητα η ψυχική κατάρρευση είναι μάλλον το καλό σενάριο. Γιατί αν την ακούσεις και σταματήσεις, θα γλιτώσεις την σωματική. Αλλά πρέπει να μάθουμε να την ακούμε. Και να την υποδεχόμαστε και να μην την διώχνουμε, μην την ξορκίζουμε, να την αγκαλιάζουμε. Μας θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι. Και ότι χρειαζόμαστε πιο «φυσικό» χώρο και χρόνο για να αναπτυχθούμε και να είμαστε υγιείς. Μας θυμίζει ότι δεν είμαστε εμείς οι άρρωστοι. Αλλά οι κοινωνίες μας. Ο τρόπος που ζούμε. Αυτές πρέπει να αλλάξουν. Και από εμάς θα αλλάξουν. Αν θυμηθούμε τι μας κάνει ανθρώπους. Και αυτή είναι η ψυχοθεραπεία. Να θυμηθούμε τι μας κάνει ανθρώπους. Να αγκαλιάσουμε την τρωτότητά μας. Να μας αγαπήσουμε, όπως είμαστε: αδύναμοι, ευαίσθητοί, φθαρτοί. Υπέροχα πλάσματα του Θεού!

Χανιά, 29 Γενάρη 2022

Νικολέτα Μπουλταδάκη

ΥΓ: Αυτό το άρθρο είναι αφιερωμένο σε όλους τους θεραπευόμενους και μαθητές μου που μέσα από τον δικό τους πόνο με δίδαξαν να βλέπω ανθρώπους και όχι ασθενείς. Που μαζί τους παίρνω θάρρος να αντέχω κι εγώ να βουλιάζω στα σκοτάδια μου με πρωτόγνωρη συγκίνηση και όχι με φόβο. Και είναι και μια πρόκληση- πρόσκληση στους μαθητευόμενους θεραπευτές : ας ανοίξουμε τη ψυχή μας στο να αντέχει περισσότερο πόνο, χωρίς φόβο. Ο χρόνος να είναι ο γιατρός της θλίψης και όχι η υπερτίμηση της χαράς και της σεροτονίνης. Πάντα θεραπευόμενη, πάντα μαθήτρια. Σας ευχαριστώ, παιδιά μου.

 

 

 

 

Σωτήρας

Η μοναξιά του Σωτήρα

Οι οικογένειες είναι συστήματα. Και όλα τα συστήματα αναζητούν πάντα ομοιόσταση και ισορροπία. Όταν μια οικογένεια περνάει δυσκολίες – και όλες οι οικογένειες περνάνε δυσκολίες – η ισορροπία κλονίζεται και το σύστημα κινδυνεύει. Αντιλαμβανόμαστε ότι η ισορροπία έχει διαταραχτεί, όταν τα μέλη της οικογένειας δεν εξυπηρετούν το ρόλο τους. Όταν για παράδειγμα, οι γονείς δεν ανταποκρίνονται στα καθήκοντά τους ή τα παιδιά έχουν απωλέσει την παιδικότητα και την ανεμελιά τους. Η βιβλιογραφία για τους ρόλους σε δυσλειτουργικές οικογένειες, έχει εστιάσει σε οικογένειες όπου υπάρχει κατάχρηση αλκοόλ/ουσιών. Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι η ισορροπία χάνεται και η ιεραρχία διαρρηγνύεται σε όλες τις οικογένειες ανά διαστήματα. Και αυτό είναι μέρος της ζωής. Φυσιολογικό.

Όταν μια οικογένεια, λοιπόν, δυσλειτουργεί, αναδύονται κάποιοι βασικοί ρόλοι που «παίζονται» από τα παιδιά, ως μια προσπάθεια να εξισορροπήσουν την οικογένεια και να αποφύγουν τον αναστοχασμό των δικών τους επώδυνων ή στρεσογόνων εμπειριών και συναισθημάτων. Συνήθεις ρόλοι είναι του Σωτήρα, του Ήρωα, του Αποδιοπομπαίου Τράγου, του Κλόουν και του Χαμένου παιδιού. Οι δυσλειτουργικοί οικογενειακοί ρόλοι μπορεί να είναι ευέλικτοι, πράγμα που σημαίνει ότι ένα άτομο μπορεί να ενσωματώνει κατά κύριο λόγο έναν ρόλο, αλλά μπορεί εύκολα να καλύψει έναν άλλο εάν συμβεί μια μετατόπιση και ένας άλλος είναι κενός. Ακόμα κι αν οι γονείς έχουν καλή πρόθεση, είναι απίστευτα δύσκολο να μην διαιωνίσουν τις εμπειρίες που έζησαν στην οικογένεια καταγωγής τους και να μην μεταφέρουν αυτά τα ίδια ανθυγιεινά μοτίβα και ρόλους στην πυρηνική τους οικογένεια.

Ο ρόλος του Σωτήρα είναι απαραίτητος, όταν οι γονείς για οποιοδήποτε λόγο δεν ανταποκρίνονται στους ρόλους φροντιστή ή κουβαλητή. Στην συναισθηματική ή την εκτελεστική ηγεσία με άλλα λόγια. Ασθένεια, ανεργία, αναπηρία, κατάθλιψη, συζυγικές συγκρούσεις είναι μερικές αιτίες για την μη ανάληψη της ευθύνης της εξουσίας. Ένα παιδί ή το μοναδικό παιδί, έρχεται τότε αυθόρμητα και ασυνείδητα να καλύψει το κενό που προκύπτει. Η παιδικότητα παραμερίζεται, για να αναληφθεί η ευθύνη της φροντίδας της οικογένειας. Είτε είναι πρακτική είτε είναι συναισθηματική, αυτή η ευθύνη είναι βαριά για ένα παιδί. Ανήμπορο να διαχειριστεί τα δικά του περιπλεγμένα συναισθήματα, καλείται να ενσυναισθανθεί, να φροντίσει και να νταντέψει τους άλλους. Σηκώνει πάνω του το φορτίο όλων και καλλιεργεί την αίσθηση του οικογενειακού καθήκοντος μέσα του. Μαθαίνει να σχετίζεται εξαρτητικά, για να είναι αποτελεσματικό στο ρόλο του, και δημιουργεί συγχωνευτικές σχέσεις.

Δεν έχει, όμως, μόνο βάρη αυτός ο ρόλος. Έχει και θετική ανατροφοδότηση. Η οικογένεια επαινεί τον Σωτήρα για τη δύναμη και την αυτοθυσία του. Του θυμίζει διαρκώς πόσο πολύτιμος είναι και εξάρει τα κατορθώματά του. Του τοποθετεί ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι και μαζί την ταμπέλα του καλού παιδιού. Μεγάλη ευλογία να σε αγαπούν όλοι. Να σε αναζητούν. Να στρέφονται σε εσένα για βοήθεια και συμβουλές. Να στηρίζονται πάνω σου. Να σ αγαπούν. Το αξίζεις άλλωστε. Κέρδισες την αγάπη με κόπο και αυτοθυσία.

Συνηθισμένος να είσαι αξιαγάπητος και γνωρίζοντας ότι πρέπει να προσφέρεις διαρκώς και αγόγγυστα για να αξίζεις την αγάπη αυτή, καθιστά δύσκολο να εγκαταλείψεις το ρόλο, ακόμα και αν η ισορροπία στο σύστημα έχει επανέλθει και δε χρειάζεται πια η σωτήρια επέμβαση. Ο καλός σωτήρας, διψασμένος για αγάπη και σεβασμό, απλώνει τις δεξιότητες του και εκτός οικογένειας. Είναι αυτός, στον οποίο θα στραφούν οι φίλοι για συμβουλή, αυτός που θα τρέξει να συμπαρασταθεί σε κάθε ανάγκη, αυτός που το σπίτι και η καρδιά του είναι πάντα ανοιχτή να φιλοξενήσει τους κατατρεγμένους του κόσμου, τούτου. Φιλάνθρωπος, αλτρουιστής, κοινωνικά ευαίσθητος. Το καλύτερο παιδί. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι πιθανότατα θα διαλέξει να ακολουθήσει ανθρωπιστικό επάγγελμα. Η φροντίδα του ανθρώπου είναι η φύση του, άλλωστε. Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη δουλειά.

Υπάρχει, όμως μια σκιά πίσω από αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο. Πάντα υπάρχει μια σκιά. Η πεποίθηση ότι είμαι αναγκαίος, απαραίτητος, αναντικατάστατος και κυρίως καλός άνθρωπος. Τόσο δοτικός και φιλεύσπλαχνος. Θυσιάζομαι για τους άλλους. Αφήνω τη ζωή μου πίσω, για όσους αγαπώ. Θυσιάζομαι για σένα. Και κάθε μέρα γυαλίζω το φωτοστέφανο μου για να σιγουρευτώ ότι βλέπουν όλοι την καθαρότητα μου. Αν κάποιος με ρωτήσει αν θυμώνω, αν εκνευρίζομαι, δυσκολεύομαι να εντοπίσω αυτό το συναίσθημα μέσα μου. Δε θυμώνω, λέω, στεναχωριέμαι. Το φωτοστέφανο μου κι εγώ δεν επιτρέπουμε σε τέτοια ευτελή συναισθήματα να μας μολύνουν. Ξεχνώ ότι ακόμα και ο Ιησούς κάποτε πήρε μαστίγιο και έδιωξε τους εμπόρους από τον ναό.

Είναι ύβρις να θεωρούμε ότι θυσιαζόμαστε για τους άλλους. Ότι είμαστε άγιοι άνθρωποι. Δεν το κάνουμε στην πραγματικότητα για τους άλλους, αλλά για ΄μας. Εμείς νιώθουμε χρήσιμοι και απαραίτητοι και αξιαγάπητοι. Και όλο αυτό μπροστά στην αδυναμία του άλλου. Γίνε αβοήθητος, να έρθω να σε σώσω. Και μη σηκωθείς ποτέ πολύ, γιατί θα χάσω τον ρόλο μου. Κι έχουμε εθιστεί σε αυτή την αίσθηση. Και η σκιά μεγαλώνει. Αφοσιωνόμαστε στους άλλους για να αποφύγουμε να αντιμετωπίσουμε τη δική μας ζωή. Τις σπουδές μας, την καριέρα μας, τη σχέση μας, την οικογένεια μας. Τρομοκρατούμαστε από την ιδέα να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. Να αναμετρηθούμε με τις δυνάμεις μας. Να αποτύχουμε.

Αναρωτιέμαι αν ο σωτήρας μπορεί πραγματικά να σχετιστεί. Να αφεθεί σε μια σχέση. Αν το να συνδεόμαστε με ασφάλεια το μάθαμε κάποτε από τους γονείς που μας φρόντιζαν όταν τους χρειαζόμασταν, στην περίπτωση του Σωτήρα αυτό το αξίωμα δεν ισχύει. Αφού αν οι γονείς ήταν συνεπείς στους ρόλους τους, δε θα γεννιόταν η ανάγκη για να δημιουργηθεί ο ρόλος του Σωτήρα. Από την άλλη πλευρά, όταν έχω μάθει τόσο πολύ να προσφέρω, να περιθάλπω, να συμπονώ και να προσφέρω, ξέρω άραγε να δέχομαι; Έχω την ικανότητα να βασίζομαι στους άλλους; Τους έχω εμπιστοσύνη; Κι αν ξέρω καλά να αγαπώ, αλλά τον εαυτό μου τον βάζω πίσω και δε ξέρω να αγαπιέμαι, τότε πώς στ’ αλήθεια συνδέομαι;

Είναι παράδοξο ότι ο ίδιος άνθρωπος που ξέρει περισσότερο απ’ όλους να προσφέρει, ταλανίζεται από το αίσθημα της μοναξιάς. Μοναξιά γιατί δε ξέρει να ζητά, μοναξιά γιατί φοβάται να αγαπήσει, μοναξιά γιατί δεν μπορεί να εμπιστευτεί. Και κατάθλιψη. Για τη ζωή του που δε ζει. Μεγάλο το τίμημα. Για ένα ευχαριστώ.

Χανιά, 1 Δεκέμβρη 2021,
Νικολέτα Μπουλταδάκη

Γιατί δεν μπορώ να απαλλαχτώ από αυτά που με «πάνε πίσω;»

Γιατί δεν μπορώ να απαλλαχτώ από αυτά που με «πάνε πίσω;»

Σε πολλές φάσεις της ζωής μας αναρωτιόμαστε γιατί δεν μπορούμε να είμαστε λειτουργικοί, γιατί φερόμαστε με τρόπο άλογο, γιατί καταφεύγουμε σε εθισμούς, ώστε να σταματήσουμε το μυαλό μας απ’ το να σκέφτεται (και τη ψυχή από το να πονά). Οι λόγοι μπορεί να είναι άπειροι, αλλά εδώ θα εστιάσουμε σε έναν. Στην εσωτερίκευση αλλότριων φωνών. Δηλαδή σε μια διαδικασία που φωνές σημαντικών ή απλά τραυματικών άλλων ηχούν μέσα μας σαν να ήταν δικές μας.

Παιδαγωγικά είναι γνωστό, ότι οι ετικέτες που βάζουμε στα παιδιά, ο τρόπος που απευθυνόμαστε σε αυτά και η εικόνα που τους παρουσιάζουμε γι’ αυτά, όταν μας απογοητεύουν, έχουν τη δύναμη να τα ορίζουν και τα οδηγούν να «παντρεύονται» μ’ έναν τρόπο τους ρόλους που τους φοράμε. Αυτό που δεν αντιλαμβανόμαστε, είναι το μέγεθος και το χρονικό μάκρος που μπορούν να διατηρήσουν αυτές οι εντολές μέσα μας.

Αν το μήνυμα, για παράδειγμα, που κάποτε λάμβανες έλεγε ότι είσαι τεμπέλης, θα έρθουν στιγμές, πολλά χρόνια αργότερα, που ενώ βρίσκεσαι σε παραγωγικό οίστρο, άξαφνα παρατηρείς τον εαυτό σου να παγώνει και να κάνει σκέψεις ανημποριάς, ανικανότητας, απογοήτευσης κλπ. Εκείνη τη στιγμή, άθελα σου, επαναφέρεις μέσα σου τη φωνή των γονιών που σε αποκαλούσαν τεμπέλη, και ασυνείδητα, τους τιμάς, ικανοποιώντας αυτόν τον ρόλο. Το συναίσθημα που βιώνεις είναι πανομοιότυπο με αυτό που βίωνες όταν το άκουγες παιδί, με τη διαφορά ότι πια εσύ είσαι ο θήτης του εαυτού σου.

Είναι φοβερό, πώς οι άνθρωποι οικειοποιούμαστε τις  τραυματικές, εκείνες φωνές που κάποτε μας πλήγωσαν βαθιά. Ενώ θα περιμέναμε ότι μεγαλώνοντας θα βρίσκαμε τη δική μας φωνή, θα χτίζαμε εκ νέου την ταυτότητα και την εικόνα μας με έναν τρόπο αυτοσυμπονετικό και λειτουργικό, παραμένουμε πιστοί με έναν τρόπο στις φωνές των σημαντικών μας άλλων. Σαν να είναι ύβρις να πετάξουμε από πάνω μας τις ταμπέλες που μας φόρεσαν, σαν να νιώθουμε ότι έτσι τιμάμε τους γονείς μας: αποδεικνύοντας τους ότι είχαν δίκιο, ότι πράγματι δεν τα καταφέρνουμε, κι ίσως ακόμα- ακόμα ότι τους έχουμε ακόμα ανάγκη να μας δείχνουν το δρόμο της ζωής.

Η ψυχή δεν υπακούει σε όρους λογικής. Η ψυχή δεν είναι αντικειμενική. Ούτε αναγνωρίζει ως χρήσιμο μόνο το υγιές και λειτουργικό. Έχει τη δική της λογική, τις δικές της λαχτάρες, τα δικά της θέλω. Η ψυχή, πάνω απ’ όλα, δεν αναγνωρίζει ως σημαντικό το ενδοψυχικό. Είναι εξ ενστίκτου σχεσιακή και διαπροσωπική. Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον. Γεννιέται, ανασταίνεται και ανθίζει μέσα σε σχέσεις. Οι σχέσεις τον αρρωσταίνουν και οι σχέσεις τον γιατρεύουν.

Η ψυχή δεν αναγνωρίζει ηλικίες. Αν τραυματίστηκε ως παιδί, θα παραμείνει, σε ένα επίπεδο, παιδί. Ο νους του ενήλικα θα της δίνει εντολές λογικές, λειτουργικές, «θεραπευτικές», αλλά αυτή είναι ανήμπορη να της ακούσει γιατί είναι ακόμα παιδί. Η ψυχή δεν αναγνωρίζει τη θυσία ως πρόβλημα αν ο στόχος είναι η αποδοχή του άλλου. Τολμά να παραμελήσει τις ανάγκες για αυτοπραγμάτωση προκειμένου να επιτύχει τη χαρά της σύνδεσης. Ένα παιδί ζητά αγάπη και αποδοχή. Αυτά ζητά η τραυματισμένη ψυχή μας. Πρώτα και πάνω απ’ όλα.

Για να κερδίσουμε την αποδοχή και την αγάπη, από βρέφη ακόμα, εφευρίσκουμε διάφορους τρόπους, φοράμε διάφορα κουστούμια ρόλων και πειραματιζόμαστε. Άλλος κάνει τον ήρωα και τα καταφέρνει με ό,τι καταπιάνεται για να κάνει τους γονείς περήφανους. Άλλος παίζει τον σωτήρα και το καλό παιδί για να κερδίσει την συμπάθεια και την αγάπη. Άλλος δοκίμασε αυτούς τους τρόπους και δε τα κατάφερε και αποφάσισε να προσποιηθεί ότι δεν τον ενδιαφέρει η αποδοχή, παίζοντας τον ρόλο του μαύρου πρόβατου ώστε να σιγουρευτεί ότι αφού είναι δύσκολος, αν κάποιος τύχει και τον αγαπήσει θα είναι σίγουρα αληθινό και δε θα ξαναπληγωθεί.

Η θεραπευτική εργασία, από συστημική σκοπιά, περιλαμβάνει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, την αναγνώριση της ανάγκης για ανοίκειν καταρχάς, κι έπειτα την κατανόηση των μοτίβων και ρόλων αλληλεπίδρασης που έχουμε υιοθετήσει για την ικανοποίηση αυτής της λαχτάρας.

Η απαλλαγή από δυσλειτουργικά μοτίβα σχετίζεσθαι είναι ο θεραπευτικός στόχος, αλλά ο δρόμος προς αυτόν οφείλει να είναι αργός, απαλός και με σεβασμό. Το εσωτερικό μας παιδί, το τραυματισμένο κομμάτι της ψυχής μας, έχει άλλους ρυθμούς κι άλλες αντοχές από ότι ο λογικός, ενήλικος νους. Χρειάζεται να μάθει τη συγχώρεση και την αυτοσυγχώρεση, τη συμπόνοια και την αυτοσυμπόνια, την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια για να γαληνέψει και να ησυχάσει. Και ως αιώνιο παιδί, ως άλλος Πίτερ Παν, δε βιάζεται να μεγαλώσει. Απολαμβάνει τα παραμύθια, το παιχνίδι και τη μη ανάληψη ευθύνης. Και ποιος την αδικεί;

Χανιά, 11/10/2021

Νικολέτα Μπουλταδάκη

 

Virginia Satir

Οι 4 λαχτάρες της γιαγιάς Βιρτζίνια

 

Η Virginia Satir , διάσημη ψυχοθεραπεύτρια και συνδημιουργός της οικογενειακής ψυχοθεραπείας, στην μεταφορική απεικόνιση του ανθρώπινου ψυχισμού στο Ανθρώπινο Καλειδοσκόπιο αναφέρει ότι στο βάθος της ταυτότητας μας υπάρχει η αίσθηση του εαυτού -Εγώ Είμαι –  και ακολουθείται από τις Λαχτάρες. Οι Λαχτάρες είναι πανανθρώπινες επομένως κάθε ανθρώπινο ον τις βιώνει και είναι αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξης, της συμπεριφοράς και του ψυχικού κόσμου εν γένει. Η κάθε Λαχτάρα έχει συγκεκριμένη λειτουργία και σκοπό σε κάθε άνθρωπο και είναι αδύνατον να εξαλειφθούν από τη ζωή μας. Μπορούμε να τις αποδεχτούμε, να μάθουμε να τις διαχειριζόμαστε διαφορετικά, να κατασκευάζουμε νέους τρόπους έκφρασής τους, αλλά δεν μπορούμε να τις διαγράψουμε από τη ζωή μας.

Η πρώτη λαχτάρα είναι για Μητέρα, η δεύτερη για Πατέρα, η τρίτη είναι η λαχτάρα για εαυτοαγάπη και η τέταρτη για αδελφή ψυχή. Μια μάνα να μας φροντίσει και να μας αγαπήσει άνευ όρων. Έναν πατερά να μας προστατέψει και να στέκεται δίπλα μας σε κάθε δυσκολία. Αποδοχή και αγάπη του εαυτού μας όπως είναι, αυτοεκτίμηση και αυτοσυμπόνια. Και έπειτα έναν σύντροφο να γιορτάσουμε την ύπαρξή μας μαζί του, να διαχυθούμε και να συγχωνευθούμε.

Οι λαχτάρες βρίσκονται στο βαθύτερο μέρος του ψυχισμού. Είναι αυτές που ουσιαστικά κρύβονται πίσω από τα συναισθήματά μας τους στόχους, τις συμπεριφορές μας τα συμπτώματα και τις οδύνες μας. Κατοικούν στο πιο απόκρυφο μας κομμάτι και ενώ τόσο μας καθορίζουν, μπορεί και να περάσουμε όλη μας τη ζωή αγνοώντας τες. Εφόσον τις κάνουμε ορατές, εφόσον τις αποδεχτούμε, το μονοπάτι της ζωής μας φωτίζεται από θάρρος και αυτοεκτίμηση. Αντίθετα, αν τις αρνηθούμε, τις αγνοήσουμε, ή τις απωθήσουμε αδειάζουμε το βίο μας από την ίδια μας την ουσία.

Μελετώντας τις λαχτάρες, νομίζω ότι η Σατίρ δεν τις παρουσίασε τυχαία με αυτή την σειρά. Η λαχτάρα για τη μάνα είναι μάλλον είναι μάλλον η πιο ισχυρή μας ανάγκη. Η μάνα που αγαπά, η μάνα που φροντίζει, η μάνα που θηλάζει, που νοιάζεται, που αγωνιά για εμένα, που με καμαρώνει και που με μεγαλώνει. Η μάνα που είναι εκεί για πάντα, η μάνα που ό,τι κι αν κάνω, ό,τι κι αν μου συμβεί θα με αποδεχτεί και θα με αγαπά. Η μάνα που θυσιάζει τις ανάγκες της, η μάνα που θρηνεί, όταν πονώ και που λάμπει, όταν γελώ. Η Μάνα. Όχι απαραίτητα η αληθινή, η σάρκινη, η γεννήτοράς μου. Η ιδανική Μάνα. Γιατί αλλιώς πώς θα αντέξουμε την αβάσταχτη παραδοξότητα της ύπαρξης; Ποιός διαστρεμμένος και άκαρδος θεός μας φέρνει στον κόσμο, χωρίς να μπορέσουμε να νιώσουμε ότι αξίζουμε την αγάπη;

Μεγάλος ο αγώνας μας και μεγαλύτερος ο πόνος μας κάθε φορά που αυτή η ψευδαίσθηση, αυτό το ιδανικό καταρρέει. Κάθε φορά που η μάνα δε στέκεται σαν ιδανική μάνα. Κάθε φορά που είναι απλώς άνθρωπος – πληγωμένη και η ίδια, αποκαρδιωμένη, θυμωμένη, απόμακρη. Χρόνια παράπονα και χρόνια ψυχοθεραπείας για να αποδεχτούμε το αυτονόητο: η μάνα μας είναι άνθρωπος, όπως κι εμείς. Κι ακόμα κι αν το δεχτούμε, δε παύουμε να το λαχταράμε, γιατί από εκεί αντλούμε κάθε αίσθηση αυταξίας, το ίδιο το νόημα της ύπαρξής μας.

Κι όταν έχουμε αποδεχτεί ότι έχει νόημα αυτή η ζωή, ότι μπορούμε να αγαπηθούμε, μπορούμε να συνδεθούμε, αναζητάμε τον προσωπικό μας δρόμο κι αναζητούμε την ασφάλεια. Κι εκεί έρχεται η λαχτάρα για Πατέρα. Πατέρα προστάτη, πατέρα βράχο, πατέρα καθοδηγητή, πατέρα δίκαιο, ισχυρό, σοφό, παντοδύναμο και αήττητο. Γυρεύουμε την αίσθηση του ότι κι αν μας συμβεί, αυτός ο μικρός θεός θα είναι πάντα εκεί για να μας σώσει, για να μας συντρέξει, για να «καθαρίσει» για εμάς. Πολεμάμε να κερδίσουμε την εκτίμηση του και την περηφάνια του για εμάς. Διψάμε για το «μπράβο» του και λαχταράμε το βλέμμα της αποδοχής του.

Κι ας έχουμε έναν πατέρα ευάλωτο αδύναμο, απόμακρο, κουρασμένο, απογοητευμένο, εξακολουθούμε να φαντασιωνόμαστε ότι κάποιος άλλος, κάπως αλλιώς είναι. Αν η μητέρα δίνει το νόημα στην ύπαρξή μας, ο πατέρας εμπνέει τον σκοπό της. Ό,τι κι αν κάνουμε, όσο κι αν παλεύουμε, το δικό του χαμόγελο αναζητάμε πίσω από κάθε μας επιτυχία. Μέχρι και τότε να συνειδητοποιήσουμε ότι θεοί δεν υπάρχουν. Μόνο άνθρωποι που παλεύουν. Και συνεχίζουμε το δρόμο μας, με την επίγνωση πια ότι η ασφάλεια είναι μια ψευδαίσθηση, μια κατασκευή για να αναπνέουμε χωρίς τρόμο.

Και τότε μόνο, απαλλαγμένοι από τις φτερούγες της Μαμάς και του Μπαμπά μπορούμε και πρέπει να στραφούμε στις δικές μας, εσωτερικές, γονεϊκές πλευρές. Να ανακαλύψουμε και να αναδείξουμε τα δικά μας εσωτερικά βλέμματα αυταξίας και αυτοεκτίμησης. Να μας αγαπήσουμε και να μας φροντίσουμε. Να μας καθοδηγήσουμε και να μας προστατέψουμε. Να μας αποδεχτούμε και να μάθουμε να μας φροντίζουμε. Να μας αγκαλιάζουμε και να μας νταντεύουμε. Γιατί ιδανικοί γονείς δεν υπάρχουν. Και να υπήρχαν δεν μπορούν να είναι πάντα εκεί.

Κι αν το καταφέρουμε αυτό, συμβαίνει κάτι μαγικό. Αυτοαποδοχή σημαίνει αποδοχή της ανθρωπιάς μας. Αποδοχή της ευαλωτότητας μου, αποδοχή του γεγονότος ότι δεν είμαι θεός, δεν είμαι τέλειος, δεν είμαι ικανός για τα πάντα, δεν μπορώ πάντα να τα διαχειρίζομαι όλα, και δεν είμαι φτιαγμένος για να είμαι ατρόμητος, κι άρα ούτε και μόνος. Και εκείνη τη μαγική στιγμή αγαπάω ξανά τους γονείς μου. Τους αγαπάω αλλιώς. Με το βλέμμα του ενήλικα, κι όχι του παραπονιάρικου παιδιού. Πρέπει να συμπονέσω και να συγχωρήσω τον εαυτό μου που δεν είναι ιδανικός για να πλησιάσω τη ψυχή των γονιών μου. Πώς άλλωστε μπορεί να γίνει αλλιώς;

Και τότε, ίσως μόνο τότε, μου γεννιέται η λαχτάρα για την αδελφή ψυχή. Όχι για έναν σύντροφο, όχι για έναν συνοδοιπόρο, όχι για έναν άνθρωπο στο πλάι μου. Αλλά για τον άνθρωπο αυτό που θα με νοιώσει, που θα με αγαπήσει, που δε θα φοβηθεί να αφεθεί σε έμενα και που θα αντέξει και θα θελήσει το δικό άφημα σε αυτόν.  Λαχτάρα κι αυτή. Ψευδαίσθηση και αυτή. Αλλά κι αυτή εξίσου ιερή. Ποια άλλη ψευδαίσθηση νικά τον υπαρξιακό τρόμο της μοναξιάς; Με όσο κόσμο κι αν βρισκόμαστε, ξέρουμε πάντα ότι είμαστε μόνοι. Και μόνοι θα πεθάνουμε. Η ιερή τρέλα του έρωτα, η αναβίωση του Πλατωνικού μύθου του ερμαφρόδιτου όντος, της αδελφής ψυχής, είναι το μόνο αντίδοτο στην απελπισία της μοναξιάς.

Κι ακόμα κι αν ξέρουμε λογικά και κυνικά ότι είναι ένα παραμύθι, ίσως η γνώση αυτή και μόνο, ότι δηλαδή είναι παραμύθι, να φτάνει. Όχι για να μην αναζητήσουμε την αδελφή μας ψυχή. Αλλά για να μην απογοητευτούμε όταν ανακαλύψουμε ότι και αυτή η θεότητα, τελικά έκρυβε από κάτω έναν άνθρωπο. Με σάρκα, με οστά, με λαχτάρες και ευκαιρία στο όνειρο, όπως ακριβώς κι εμείς.

 

Νικολέτα Μπουλταδάκη

Χανιά, 15 Ιουνίου 2021

 

 

 

 

 

Κέντρο Ψυχοθεραπείας Κονστρακτιβισμός κ συστημική θεωρεία

Περί κοντστρακτιβισμού

Περί κοντστρακτιβισμού

Περί κοντστρακτιβισμού

Η ενεργός οργάνωση ενός εαυτού λαμβάνει χώρα “μέσα” σε ένα σώμα αλλά ταυτόχρονα “με” και “μέσω” κοινωνικών δεσμών και συστημάτων συμβόλων. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε θεμελιωδώς κοινωνικά πλάσματα και δεν υπάρχει ουσιαστικός τρόπος διαχωρισμού της κοινωνικότητάς μας από τις συμβολικές μας ικανότητες. Μπορούμε να μιλάμε για τη ζωή”μέσα” στα κεφάλια μας επειδή ξοδεύουμε τόσο πολύ χρόνο σκέψης, αλλά η μορφή και η δομή της σκέψης μας είναι η ίδια σχεσιακή. Ένας από τους αγαπημένους μας τρόπους οργάνωσης της εμπειρίας μας και των σχέσεων μας είναι μέσα από ιστορίες. Read more

Κέντρο Ψυχοθεραπείας Συστημική Αναπαράσταση

Άνοιξέ Μας Άνοιξη – Συστημική Αναπαράσταση

Συστημική Αναπαράσταση

Υποδεχομαστε την Άνοιξη καθαρίζοντας το σπίτι μας και τη ψυχή μας. Πετάμε ότι δε χρειαζόμαστε και στολιζομαστε με τα αρώματα και τα χρώματα της. Η συστημική αναπαράσταση είναι ένα πολύτιμο και δυνατό εργαλείο για τη διερεύνηση των εσωτερικών μας αντανακλασεων και το λύσιμο των αορατων κομπων που μας καθηλώνουν στο παρελθόν. Περιορισμένος αριθμός θέσεων. Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας. Κρατήσεις στα τηλέφωνα 6978005438 και 6977089153
Read more

Κέντρο Ψυχοθεραπείας psychology post

Πώς να σταματήσετε την Ανασφάλεια του να Σχετίζεστε να καταστρέφει την ευτυχία σας

Τον τελευταίο καιρό συναντώ πολύ συχνά ανθρώπους κι από τα δύο φύλα που αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στο να έχουν στενές διαπροσωπικές σχέσεις, τόσο φιλικές, όσο κι ερωτικές. Το γιατί συμβαίνει αυτό και που οφείλεται αποτελεί ερώτημα πολλών ερευνητών και σχολών ψυχοθεραπείας.
Μία προεξέχουσα θεωρία είναι αυτή της Προσκόλλησης η οποία έχει επηρεάσει πολύ τη δουλειά των θεραπευτών
Πολύ συνοπτικά η θεωρία της προσκόλλησης είχε γεννηθεί από το έργο του John Bowlby, ο οποίος ήταν ο πρώτος ψυχολόγος που εισήγαγε μια ιδέα που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή ψυχοθεραπεία: η οικειότητα του παιδιού και η αίσθηση της ασφάλειας με τον πρωταρχικό φροντιστή του –συνήθως τη μητέρα-διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στο πόσο ασφαλής θα είναι ως ενήλικας. Με την πάροδο του χρόνου, οι ψυχολόγοι έχουν βελτιωθεί περαιτέρω αυτή την ιδέα υποστηρίζοντας ότι οι τρόποι προσκόλλησης στην πρώιμη παιδική ηλικία προβλέπουν το είδος προσκόλλησης των ενηλίκων στις ερωτικές τους σχέσεις αργότερα στη ζωή. Read more

ψυχοθεραπεία

Γιατί αρρωσταίνουν οι θεραπευτές; Μια απόπειρα υπόθεσης.

Ασκώ το επάγγελμα του ψυχολόγου 20 χρόνια. Έχω δει χιλιάδες ανθρώπους, …

θύμα - θύτης

Θύμα – Θύτης. Ένα και το αυτό.

Ασχολούμαι εμμονικά σχεδόν, εδώ και χρόνια με τους ρόλους στις δυσλειτουργικές …

η θλίψη ως θεραπεία

Η θλίψη ως θεραπεία

Όσο περισσότερη πείρα αποκτώ στο να βλέπω και να «θεραπεύω» ανθρώπους, …