Ετικέτα: <span>ρόλοι</span>

θύμα - θύτης

Θύμα – Θύτης. Ένα και το αυτό.

Ασχολούμαι εμμονικά σχεδόν, εδώ και χρόνια με τους ρόλους στις δυσλειτουργικές οικογένειες. Σωτήρας, Ήρωας, Μαύρο Πρόβατο, Χαμένο Παιδί, Κλόουν. Έχοντας αναγνωρίσει τον εαυτό μου ως Σωτήρα στο μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου, παλεύω θεραπευτικά να σπάσω το μοτίβο και να αντέξω να μην είναι το καλό παιδί που όλους τους βοηθά και όλους τους συντρέχει. Ακόμα κι αν ακούγεται απλό, τουλάχιστον ξεκούραστο, ας παραδεχτώ, έχει μεγάλα κόστη. Τα οφέλη του να είσαι αξιαγάπητος, καλός, αθώος, πικραμένος, θυσιασμένος δεν αντικαθιστούνται εύκολα. Και αυτά τα «όχι» και τα «φτάνει πια» και τα «δεν με νοιάζει, δεν με αφορά» δύσκολα προφέρονται, όταν δεν έχεις εξασκηθεί. Δόξα τω Θεώ δεν παλεύω και με ενοχές. Αυτές μετά από 28 χρόνια θεραπευόμενη τις έχω ξεχάσει.

Και εκεί που νόμιζα ότι καλά τα πήγαινα, κι εκεί που μάθαινα να είμαι δυσάρεστη, να οριοθετούμαι πραγματικά, να με προστατεύω, έχοντας οφέλη όχι μόνο ψυχικά αλλά και σωματικά, ήρθα μπροστά σε μια νέα αποκάλυψη. Όποιος ψάχνει βρίσκει, και μελετώντας την ξένη βιβλιογραφία ήρθα μπροστά σε έναν νέο ορισμό του ρόλου του Σωτήρα: enabler! Τουτέστιν Διευκολυντής. Η Sharon Wegscheider – Cruise στο βιβλίο της Another Chance που σκιαγραφεί τους ρόλους σε οικογένειες με αλκοολικούς, χρησιμοποιεί πρώτη αυτήν την ορολογία. Περιγράφει τον Διευκολυντή ως τον σύντροφο του εθισμένου, τον μάρτυρα του εθισμού κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο Διευκολυντής αρνούμενος να αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος, ελπίζοντας σε μια μαγική ίασή, αναλαμβάνοντας τη διεκπεραίωση των ανειλημμένων υποχρεώσεων του εθισμένου, προσπαθώντας να προστατέψει τα παιδιά από την πικρή αλήθεια, φέροντας ντροπή κοινωνικά να το παραδεχτεί και να ζητήσει βοήθεια, υπομείνει και φορτώνεται το πρόβλημα. Καλός άνθρωπος, με μεγάλα ψυχικά αποθέματα. Άγιος σχεδόν. Οσιομάρτυρας επί γης. Αλήθεια είναι. Ποιος θα ήθελε να είναι στη θέση του, άλλωστε;

Υπάρχει όμως μια σκοτεινή αλήθεια πίσω από το φωτοστέφανο. Αφόρητη αλήθεια. Ο Διευκολυντής όντας αρωγός και συμπαραστάτης του εθισμένου, συμπονετικός και συντροφικός, στην πραγματικότητα νομιμοποιεί την δυσλειτουργία. Όταν πνίγεσαι στο αλκοόλ και είμαι πλάι σου, είμαι ένοχος. Όταν κάνεις χρήση ουσιών και στέκομαι δίπλα σου, είμαι ένοχος. Όταν βρίζεις και υποτιμάς εμένα, τα παιδιά σου, τον κόσμο όλο και σε ανέχομαι, είμαι ένοχος. Όταν χτυπάς τα παιδιά σου και δεν τα παίρνω μακριά σου, είμαι ένοχος. Είμαι Διευκολυντής. Είμαι αυτός που επιτρέπει τη δυσλειτουργία να συνεχίζεται εσαεί, επιτρέπει την κακοποίηση να λαμβάνει χώρα με πρόταγμα την ανθρωπιά και την συμπόνια. «Είναι καλό παιδί, δεν θέλει να είναι έτσι, έχει περάσει δύσκολα παιδικά χρόνια, είναι πονεμένος, θα στρώσει, όλοι αξίζουν αγάπη…» αυτές είναι οι σκέψεις μου, αυτές είναι οι εξηγήσεις που δίνω στα παιδιά μου, αυτές είναι οι δικαιολογίες που λέω στον εαυτό μου και στον κόσμο όταν ανέχομαι την κακοποίηση. Γιατί πέρα από όλα τα άλλα, τα φωναχτά και τρανταχτά, η συμβίωση με Εξαρτημένο είναι κακοποίηση. Άλλωστε στ’ αγγλικά η χρήση ουσιών λέγεται «abuse = κακοποίηση)

Άραγε η γυναίκα που ο σύζυγός της δέρνει τα παιδιά του, αυτή του φωνάζει και μετά πλησιάζει τα παιδιά της τα κανακεύει και υπερασπίζεται τον «νευρικό» μπαμπάκα είναι καλή μάνα; Καλή σύζυγος; Καλή γυναίκα; Καλό κοινωνικό όν; Προστατεύει κανέναν; Βοηθά πραγματικά έστω κι ένα μέλος της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένου του εαυτού της; Ο σύζυγος θα συνεχίσει να χτυπά τα παιδιά του. Τα παιδιά θα συνεχίσουν να φοβούνται και να νιώθουν ανυπεράσπιστα. Η γυναίκα θα συνεχίσει να νιώθει ηρωίδα και μάνα κουράγιο. Και η κακοποίηση θα νομιμοποιηθεί, θα στολιστεί με λόγια αγάπης και δύναμης και θα γίνει συνήθεια, θα γίνει νόρμα.

Και θα επαναληφθεί στις επόμενες γενιές με διαφορετικές παραλλαγές. Και θα είμαστε όλοι καλά παιδιά. Και τα κακά παιδιά, καλά είναι και αυτά. Πληγωμένα και παραστρατημένα, λίγο άσωτα, αλλά καλά. Ουδείς εκών κακός, άλλωστε. Καλώς, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΠΑΝΩ ΜΟΥ! ΟΧΙ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ! ΟΧΙ! ΟΧΙ! Άλλο πράγμα η συμπόνια, άλλο η εθελούσια κακοποίηση. Άλλο πράγμα η αγάπη και άλλο πράγμα η συνεξάρτηση. Άλλο πράγμα η ελπίδα και άλλο η εθελοτυφλία. Άλλο πράγμα το θύμα και άλλο ο θύτης.

Δε φταις εσύ αν έχεις βουλιάξει σε οποιαδήποτε διαταραχή ούτε αν έχεις πρόβλημα στον έλεγχο των επιθετικών σου παρορμήσεων. Δε φταις εσύ αν δεν αγαπήθηκες, αν δεν ένιωσες ασφάλεια, αν δε ξέρεις να προσφέρεις. Δε φταις εσύ αν έχεις χαμηλή αυτοεκτίμηση, αν είσαι αντικοινωνικός, αν είσαι ακόμα και τρελός. Αλλά δε φταίω ούτε εγώ. Και, αλίμονο, αν μείνω δίπλα σου και αν επιτρέπω τη διαιώνιση της κακής σου συμπεριφοράς, ούτε εσένα θα σώσω – ποιος ο λόγος να αλλάξεις, αφού σου επιτρέπω να είσαι όπως θες- ούτε εγώ θα σωθώ. Τα φωτοστέφανα είναι πιασμένα. Κακό θα κάνω και σ’ εσένα και σ’ εμένα. Γιατί όσο και να απολαμβάνω να νιώθω ο καλός του δράματος, στο τέλος η ψυχή μου και το σώμα μου θα καταρρεύσουν. Είμαστε φτιαγμένοι για υγεία, για ευτυχία για επιβίωση. Και αυτό το παιχνίδι είναι ανίατα νοσηρό.

Ας επιστρέψω σ’ εμένα. Η μέχρι τώρα θέαση μου ως Σωτήρα, με έκανε να νιώθω απλώς ανοριοθέτητη, αδύναμη, διψασμένη για αποδοχή, φοβούμενη να κοιτάξω τα δικά μου σκοτάδια, τρομαγμένη στην ανάληψη της δικής μου ευθύνης για τη ζωή μου. Χαριτολογούσα και διασκέδαζα την ανάγκη μου να αγαπιέμαι, και πάλευα να βρω νέους τρόπους να υπάρχω. Μετά την επέλαση του όρου Διευκολυντή, συνέβησαν δύο τινά. Πρώτα, ένιωσα αηδία για εμένα και για τις συμφορές που –σαφώς ασυνείδητα- έχω προκαλέσει νομιμοποιώντας την κακοποίηση. Το όποιο φωτοστέφανο διατηρούσα, με κρυφή χαρά, πέταξε μακριά μονομιάς. Έπειτα ένιωσα κάτι καινούριο. Δύναμη. Σθένος. Ανακούφιση. Για τα «όχι» και τα «φτάνει πια» και τα «δεν με νοιάζει, δεν με αφορά» που θα πω από εδώ και στο εξής, χωρίς να φοβάμαι, χωρίς να λυπάμαι, χωρίς να νιώθω κακιά. Γιατί, πράγματι, το να φέρεις έναν άνθρωπο να διαχειριστεί τις συνέπειες των πράξεων του, χωρίς ψευτοσυμπόνια είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορείς να του κάνεις. Και τις περισσότερες φορές είναι ο μόνος τρόπος να θυμηθεί και ο ίδιος ποιος είναι- τέλειο πλάσμα του Θεού, όπως όλοι μας- και να αγωνιστεί να αλλάξει. Κι αυτό στη γλώσσα της ψυχοθεραπείας το λένε Αγάπη.

Χανιά, 22 Μάρτη 2022
Νικολέτα Μπουλταδάκη

Σωτήρας

Η μοναξιά του Σωτήρα

Οι οικογένειες είναι συστήματα. Και όλα τα συστήματα αναζητούν πάντα ομοιόσταση και ισορροπία. Όταν μια οικογένεια περνάει δυσκολίες – και όλες οι οικογένειες περνάνε δυσκολίες – η ισορροπία κλονίζεται και το σύστημα κινδυνεύει. Αντιλαμβανόμαστε ότι η ισορροπία έχει διαταραχτεί, όταν τα μέλη της οικογένειας δεν εξυπηρετούν το ρόλο τους. Όταν για παράδειγμα, οι γονείς δεν ανταποκρίνονται στα καθήκοντά τους ή τα παιδιά έχουν απωλέσει την παιδικότητα και την ανεμελιά τους. Η βιβλιογραφία για τους ρόλους σε δυσλειτουργικές οικογένειες, έχει εστιάσει σε οικογένειες όπου υπάρχει κατάχρηση αλκοόλ/ουσιών. Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι η ισορροπία χάνεται και η ιεραρχία διαρρηγνύεται σε όλες τις οικογένειες ανά διαστήματα. Και αυτό είναι μέρος της ζωής. Φυσιολογικό.

Όταν μια οικογένεια, λοιπόν, δυσλειτουργεί, αναδύονται κάποιοι βασικοί ρόλοι που «παίζονται» από τα παιδιά, ως μια προσπάθεια να εξισορροπήσουν την οικογένεια και να αποφύγουν τον αναστοχασμό των δικών τους επώδυνων ή στρεσογόνων εμπειριών και συναισθημάτων. Συνήθεις ρόλοι είναι του Σωτήρα, του Ήρωα, του Αποδιοπομπαίου Τράγου, του Κλόουν και του Χαμένου παιδιού. Οι δυσλειτουργικοί οικογενειακοί ρόλοι μπορεί να είναι ευέλικτοι, πράγμα που σημαίνει ότι ένα άτομο μπορεί να ενσωματώνει κατά κύριο λόγο έναν ρόλο, αλλά μπορεί εύκολα να καλύψει έναν άλλο εάν συμβεί μια μετατόπιση και ένας άλλος είναι κενός. Ακόμα κι αν οι γονείς έχουν καλή πρόθεση, είναι απίστευτα δύσκολο να μην διαιωνίσουν τις εμπειρίες που έζησαν στην οικογένεια καταγωγής τους και να μην μεταφέρουν αυτά τα ίδια ανθυγιεινά μοτίβα και ρόλους στην πυρηνική τους οικογένεια.

Ο ρόλος του Σωτήρα είναι απαραίτητος, όταν οι γονείς για οποιοδήποτε λόγο δεν ανταποκρίνονται στους ρόλους φροντιστή ή κουβαλητή. Στην συναισθηματική ή την εκτελεστική ηγεσία με άλλα λόγια. Ασθένεια, ανεργία, αναπηρία, κατάθλιψη, συζυγικές συγκρούσεις είναι μερικές αιτίες για την μη ανάληψη της ευθύνης της εξουσίας. Ένα παιδί ή το μοναδικό παιδί, έρχεται τότε αυθόρμητα και ασυνείδητα να καλύψει το κενό που προκύπτει. Η παιδικότητα παραμερίζεται, για να αναληφθεί η ευθύνη της φροντίδας της οικογένειας. Είτε είναι πρακτική είτε είναι συναισθηματική, αυτή η ευθύνη είναι βαριά για ένα παιδί. Ανήμπορο να διαχειριστεί τα δικά του περιπλεγμένα συναισθήματα, καλείται να ενσυναισθανθεί, να φροντίσει και να νταντέψει τους άλλους. Σηκώνει πάνω του το φορτίο όλων και καλλιεργεί την αίσθηση του οικογενειακού καθήκοντος μέσα του. Μαθαίνει να σχετίζεται εξαρτητικά, για να είναι αποτελεσματικό στο ρόλο του, και δημιουργεί συγχωνευτικές σχέσεις.

Δεν έχει, όμως, μόνο βάρη αυτός ο ρόλος. Έχει και θετική ανατροφοδότηση. Η οικογένεια επαινεί τον Σωτήρα για τη δύναμη και την αυτοθυσία του. Του θυμίζει διαρκώς πόσο πολύτιμος είναι και εξάρει τα κατορθώματά του. Του τοποθετεί ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι και μαζί την ταμπέλα του καλού παιδιού. Μεγάλη ευλογία να σε αγαπούν όλοι. Να σε αναζητούν. Να στρέφονται σε εσένα για βοήθεια και συμβουλές. Να στηρίζονται πάνω σου. Να σ αγαπούν. Το αξίζεις άλλωστε. Κέρδισες την αγάπη με κόπο και αυτοθυσία.

Συνηθισμένος να είσαι αξιαγάπητος και γνωρίζοντας ότι πρέπει να προσφέρεις διαρκώς και αγόγγυστα για να αξίζεις την αγάπη αυτή, καθιστά δύσκολο να εγκαταλείψεις το ρόλο, ακόμα και αν η ισορροπία στο σύστημα έχει επανέλθει και δε χρειάζεται πια η σωτήρια επέμβαση. Ο καλός σωτήρας, διψασμένος για αγάπη και σεβασμό, απλώνει τις δεξιότητες του και εκτός οικογένειας. Είναι αυτός, στον οποίο θα στραφούν οι φίλοι για συμβουλή, αυτός που θα τρέξει να συμπαρασταθεί σε κάθε ανάγκη, αυτός που το σπίτι και η καρδιά του είναι πάντα ανοιχτή να φιλοξενήσει τους κατατρεγμένους του κόσμου, τούτου. Φιλάνθρωπος, αλτρουιστής, κοινωνικά ευαίσθητος. Το καλύτερο παιδί. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι πιθανότατα θα διαλέξει να ακολουθήσει ανθρωπιστικό επάγγελμα. Η φροντίδα του ανθρώπου είναι η φύση του, άλλωστε. Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη δουλειά.

Υπάρχει, όμως μια σκιά πίσω από αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο. Πάντα υπάρχει μια σκιά. Η πεποίθηση ότι είμαι αναγκαίος, απαραίτητος, αναντικατάστατος και κυρίως καλός άνθρωπος. Τόσο δοτικός και φιλεύσπλαχνος. Θυσιάζομαι για τους άλλους. Αφήνω τη ζωή μου πίσω, για όσους αγαπώ. Θυσιάζομαι για σένα. Και κάθε μέρα γυαλίζω το φωτοστέφανο μου για να σιγουρευτώ ότι βλέπουν όλοι την καθαρότητα μου. Αν κάποιος με ρωτήσει αν θυμώνω, αν εκνευρίζομαι, δυσκολεύομαι να εντοπίσω αυτό το συναίσθημα μέσα μου. Δε θυμώνω, λέω, στεναχωριέμαι. Το φωτοστέφανο μου κι εγώ δεν επιτρέπουμε σε τέτοια ευτελή συναισθήματα να μας μολύνουν. Ξεχνώ ότι ακόμα και ο Ιησούς κάποτε πήρε μαστίγιο και έδιωξε τους εμπόρους από τον ναό.

Είναι ύβρις να θεωρούμε ότι θυσιαζόμαστε για τους άλλους. Ότι είμαστε άγιοι άνθρωποι. Δεν το κάνουμε στην πραγματικότητα για τους άλλους, αλλά για ΄μας. Εμείς νιώθουμε χρήσιμοι και απαραίτητοι και αξιαγάπητοι. Και όλο αυτό μπροστά στην αδυναμία του άλλου. Γίνε αβοήθητος, να έρθω να σε σώσω. Και μη σηκωθείς ποτέ πολύ, γιατί θα χάσω τον ρόλο μου. Κι έχουμε εθιστεί σε αυτή την αίσθηση. Και η σκιά μεγαλώνει. Αφοσιωνόμαστε στους άλλους για να αποφύγουμε να αντιμετωπίσουμε τη δική μας ζωή. Τις σπουδές μας, την καριέρα μας, τη σχέση μας, την οικογένεια μας. Τρομοκρατούμαστε από την ιδέα να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. Να αναμετρηθούμε με τις δυνάμεις μας. Να αποτύχουμε.

Αναρωτιέμαι αν ο σωτήρας μπορεί πραγματικά να σχετιστεί. Να αφεθεί σε μια σχέση. Αν το να συνδεόμαστε με ασφάλεια το μάθαμε κάποτε από τους γονείς που μας φρόντιζαν όταν τους χρειαζόμασταν, στην περίπτωση του Σωτήρα αυτό το αξίωμα δεν ισχύει. Αφού αν οι γονείς ήταν συνεπείς στους ρόλους τους, δε θα γεννιόταν η ανάγκη για να δημιουργηθεί ο ρόλος του Σωτήρα. Από την άλλη πλευρά, όταν έχω μάθει τόσο πολύ να προσφέρω, να περιθάλπω, να συμπονώ και να προσφέρω, ξέρω άραγε να δέχομαι; Έχω την ικανότητα να βασίζομαι στους άλλους; Τους έχω εμπιστοσύνη; Κι αν ξέρω καλά να αγαπώ, αλλά τον εαυτό μου τον βάζω πίσω και δε ξέρω να αγαπιέμαι, τότε πώς στ’ αλήθεια συνδέομαι;

Είναι παράδοξο ότι ο ίδιος άνθρωπος που ξέρει περισσότερο απ’ όλους να προσφέρει, ταλανίζεται από το αίσθημα της μοναξιάς. Μοναξιά γιατί δε ξέρει να ζητά, μοναξιά γιατί φοβάται να αγαπήσει, μοναξιά γιατί δεν μπορεί να εμπιστευτεί. Και κατάθλιψη. Για τη ζωή του που δε ζει. Μεγάλο το τίμημα. Για ένα ευχαριστώ.

Χανιά, 1 Δεκέμβρη 2021,
Νικολέτα Μπουλταδάκη

Γιατί δεν μπορώ να απαλλαχτώ από αυτά που με «πάνε πίσω;»

Γιατί δεν μπορώ να απαλλαχτώ από αυτά που με «πάνε πίσω;»

Σε πολλές φάσεις της ζωής μας αναρωτιόμαστε γιατί δεν μπορούμε να είμαστε λειτουργικοί, γιατί φερόμαστε με τρόπο άλογο, γιατί καταφεύγουμε σε εθισμούς, ώστε να σταματήσουμε το μυαλό μας απ’ το να σκέφτεται (και τη ψυχή από το να πονά). Οι λόγοι μπορεί να είναι άπειροι, αλλά εδώ θα εστιάσουμε σε έναν. Στην εσωτερίκευση αλλότριων φωνών. Δηλαδή σε μια διαδικασία που φωνές σημαντικών ή απλά τραυματικών άλλων ηχούν μέσα μας σαν να ήταν δικές μας.

Παιδαγωγικά είναι γνωστό, ότι οι ετικέτες που βάζουμε στα παιδιά, ο τρόπος που απευθυνόμαστε σε αυτά και η εικόνα που τους παρουσιάζουμε γι’ αυτά, όταν μας απογοητεύουν, έχουν τη δύναμη να τα ορίζουν και τα οδηγούν να «παντρεύονται» μ’ έναν τρόπο τους ρόλους που τους φοράμε. Αυτό που δεν αντιλαμβανόμαστε, είναι το μέγεθος και το χρονικό μάκρος που μπορούν να διατηρήσουν αυτές οι εντολές μέσα μας.

Αν το μήνυμα, για παράδειγμα, που κάποτε λάμβανες έλεγε ότι είσαι τεμπέλης, θα έρθουν στιγμές, πολλά χρόνια αργότερα, που ενώ βρίσκεσαι σε παραγωγικό οίστρο, άξαφνα παρατηρείς τον εαυτό σου να παγώνει και να κάνει σκέψεις ανημποριάς, ανικανότητας, απογοήτευσης κλπ. Εκείνη τη στιγμή, άθελα σου, επαναφέρεις μέσα σου τη φωνή των γονιών που σε αποκαλούσαν τεμπέλη, και ασυνείδητα, τους τιμάς, ικανοποιώντας αυτόν τον ρόλο. Το συναίσθημα που βιώνεις είναι πανομοιότυπο με αυτό που βίωνες όταν το άκουγες παιδί, με τη διαφορά ότι πια εσύ είσαι ο θήτης του εαυτού σου.

Είναι φοβερό, πώς οι άνθρωποι οικειοποιούμαστε τις  τραυματικές, εκείνες φωνές που κάποτε μας πλήγωσαν βαθιά. Ενώ θα περιμέναμε ότι μεγαλώνοντας θα βρίσκαμε τη δική μας φωνή, θα χτίζαμε εκ νέου την ταυτότητα και την εικόνα μας με έναν τρόπο αυτοσυμπονετικό και λειτουργικό, παραμένουμε πιστοί με έναν τρόπο στις φωνές των σημαντικών μας άλλων. Σαν να είναι ύβρις να πετάξουμε από πάνω μας τις ταμπέλες που μας φόρεσαν, σαν να νιώθουμε ότι έτσι τιμάμε τους γονείς μας: αποδεικνύοντας τους ότι είχαν δίκιο, ότι πράγματι δεν τα καταφέρνουμε, κι ίσως ακόμα- ακόμα ότι τους έχουμε ακόμα ανάγκη να μας δείχνουν το δρόμο της ζωής.

Η ψυχή δεν υπακούει σε όρους λογικής. Η ψυχή δεν είναι αντικειμενική. Ούτε αναγνωρίζει ως χρήσιμο μόνο το υγιές και λειτουργικό. Έχει τη δική της λογική, τις δικές της λαχτάρες, τα δικά της θέλω. Η ψυχή, πάνω απ’ όλα, δεν αναγνωρίζει ως σημαντικό το ενδοψυχικό. Είναι εξ ενστίκτου σχεσιακή και διαπροσωπική. Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον. Γεννιέται, ανασταίνεται και ανθίζει μέσα σε σχέσεις. Οι σχέσεις τον αρρωσταίνουν και οι σχέσεις τον γιατρεύουν.

Η ψυχή δεν αναγνωρίζει ηλικίες. Αν τραυματίστηκε ως παιδί, θα παραμείνει, σε ένα επίπεδο, παιδί. Ο νους του ενήλικα θα της δίνει εντολές λογικές, λειτουργικές, «θεραπευτικές», αλλά αυτή είναι ανήμπορη να της ακούσει γιατί είναι ακόμα παιδί. Η ψυχή δεν αναγνωρίζει τη θυσία ως πρόβλημα αν ο στόχος είναι η αποδοχή του άλλου. Τολμά να παραμελήσει τις ανάγκες για αυτοπραγμάτωση προκειμένου να επιτύχει τη χαρά της σύνδεσης. Ένα παιδί ζητά αγάπη και αποδοχή. Αυτά ζητά η τραυματισμένη ψυχή μας. Πρώτα και πάνω απ’ όλα.

Για να κερδίσουμε την αποδοχή και την αγάπη, από βρέφη ακόμα, εφευρίσκουμε διάφορους τρόπους, φοράμε διάφορα κουστούμια ρόλων και πειραματιζόμαστε. Άλλος κάνει τον ήρωα και τα καταφέρνει με ό,τι καταπιάνεται για να κάνει τους γονείς περήφανους. Άλλος παίζει τον σωτήρα και το καλό παιδί για να κερδίσει την συμπάθεια και την αγάπη. Άλλος δοκίμασε αυτούς τους τρόπους και δε τα κατάφερε και αποφάσισε να προσποιηθεί ότι δεν τον ενδιαφέρει η αποδοχή, παίζοντας τον ρόλο του μαύρου πρόβατου ώστε να σιγουρευτεί ότι αφού είναι δύσκολος, αν κάποιος τύχει και τον αγαπήσει θα είναι σίγουρα αληθινό και δε θα ξαναπληγωθεί.

Η θεραπευτική εργασία, από συστημική σκοπιά, περιλαμβάνει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, την αναγνώριση της ανάγκης για ανοίκειν καταρχάς, κι έπειτα την κατανόηση των μοτίβων και ρόλων αλληλεπίδρασης που έχουμε υιοθετήσει για την ικανοποίηση αυτής της λαχτάρας.

Η απαλλαγή από δυσλειτουργικά μοτίβα σχετίζεσθαι είναι ο θεραπευτικός στόχος, αλλά ο δρόμος προς αυτόν οφείλει να είναι αργός, απαλός και με σεβασμό. Το εσωτερικό μας παιδί, το τραυματισμένο κομμάτι της ψυχής μας, έχει άλλους ρυθμούς κι άλλες αντοχές από ότι ο λογικός, ενήλικος νους. Χρειάζεται να μάθει τη συγχώρεση και την αυτοσυγχώρεση, τη συμπόνοια και την αυτοσυμπόνια, την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια για να γαληνέψει και να ησυχάσει. Και ως αιώνιο παιδί, ως άλλος Πίτερ Παν, δε βιάζεται να μεγαλώσει. Απολαμβάνει τα παραμύθια, το παιχνίδι και τη μη ανάληψη ευθύνης. Και ποιος την αδικεί;

Χανιά, 11/10/2021

Νικολέτα Μπουλταδάκη

 

πικασο-γυναίκες

Γιατί οι σχέσεις τελειώνουν άδοξα; Συστημικές υποθέσεις.

Οι σχέσεις δεν είναι ένα ακαθόριστο, χαοτικό συνονθύλευμα δυνάμεων. Δεν είναι η τύχη, ο χρόνος, η χημεία ή η αγάπη που τις συντηρεί. Δεν είναι η διαφωνία χαρακτήρων – αν υπάρχει χαρακτήρας- που τις τερματίζει. Η τυχαιότητα βοηθά στη γνωριμία. Η ανάγκη για σχετίζεσθαι είναι που συνήθως τις συντηρεί στο χρόνο. Για να είναι, όμως, οι σχέσεις καλές, λειτουργικές, άνετες, πηγές χαράς προϋποθέτουν την ύπαρξη βασικών αρχών.

Ο Αυστριακός βιολόγος Ludwig von Bertalanffy μας έδωσε δώρο τη Γενική Θεωρία των  Συστημάτων. Σύμφωνα με αυτήν, όλα τα έμβια συστήματα διέπονται από τους ίδιους κανόνες. Η αρμονία και η ισορροπία στη φύση δεν είναι αποτέλεσμα τυχαιότητας. Τα πάντα εν σοφία εποίησε. Αρχές όπως η ομοιόσταση, η μορφογένεση, η νεγκετροπία, η εντροπία, ο ισομορφισμός, η ισοτέλεια είναι αυτές που κρατάνε τα συστήματα λειτουργικά και ζωντανά. Τη Γενική θεωρία των συστημάτων εμπλούτισε ο ανθρωπολόγος, εθνολόγος, ερευνητής Gregory Bateson με την Κυβερνητική θεωρία και προσέφερε στην ψυχιατρική ένα σαφές πλαίσιο κανόνων και αρχών που καθορίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Η συστημική επιστήμη και θεραπεία έπαιρνε σάρκα και οστά.

Πριν την ανάπτυξη της συστημικής θεραπείας, μελετούσαμε τη συμπεριφορά και τη συμπτωματολογία του ανθρώπου εστιασμένοι σε ένα ατομικό, ενδοψυχικό  πλαίσιο με ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά και σημαντικά σημεία καμπής στην αναπτυξιακή του ιστορία. Η θεραπεία εστιάζονταν στην εξυγίανση ενός «χαλασμένου» εγώ, μιας αντιστροφής τραυματικών, παθογενών εμπειριών και στην απόκτηση της ιδεατής αυτοπραγμάτωσης.

Οι συστημικοί ήρθαν και είπαν: οι άνθρωποι καθορίζονται από τις σχέσεις τους. Από τις αλληλεπιδράσεις τους. Τα συστήματα στα οποία ζουν είναι υπεύθυνα για την ευζωία ή για την παθολογία τους. Το πώς σχετίζομαι, με απλά λόγια, τα μοτίβα αλληλεπιδράσεων μου, η αίσθηση αυτονομίας και συμπόρευσης που έχω, και η αφήγηση μου για όλα αυτά, μετέπειτα, είναι υπεύθυνα για το αν είμαι καλά ή όχι. Η προσωπικότητα, η πρώιμη ανατροφή, τα βιώματα μου ως υπεύθυνα για τη ψυχολογική μου υγεία μοιάζουν για εύκολες γραμμικές, τελολογικές ερμηνείες για το ποιος είμαι και γιατί είμαι, όπως είμαι. Τα καλά νέα είναι ότι υπάρχει «εγχειρίδιο» για το πώς να σχετίζομαι καλά.

Προσωπικά, θεωρώ ότι η πιο βασική αρχή για να μπορέσουν οι σχέσεις να είναι ισορροπημένες και υγιείς, είναι η Ισοτιμία. Ισοτιμία σημαίνει, έχουμε τον ίδιο βαθμό εξουσίας ο ένας απέναντι στον άλλο. Βρισκόμαστε στο ίδιο επίπεδο και η σχέση μας περιβάλλεται από αυτό που ο Don Jackson έλεγε «quid pro quo», σε απλά ελληνικά ό,τι δίνεις, παίρνεις. Η αρχή της Ισοτιμίας, προφανώς δεν αφορά σχέσεις που η ιεραρχία και η ανάγκη για εξουσία, για ανάληψη ευθύνης είναι προφανής. Με τους γονείς μου, για παράδειγμα,  δεν έχω ισοτιμία. Έχουν την ευθύνη μου και άρα έχουν την εξουσία. Είναι ιεραρχικά ανώτεροι από εμένα στην κλίμακα. Με φροντίζουν, με στηρίζουν, με αναθρέφουν. Δεν μπορώ να δώσω ό,τι μου δίνουν.  Η ισοτιμία αφορά τις φιλικές, τις ερωτικές και τις συνεργατικές σχέσεις. Όπου στεκόμαστε με τον άλλο στο ίδιο επίπεδο. Κοιταζόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο.

Ας εστιάσουμε στις φιλικές σχέσεις. Τα πράγματα θα έπρεπε να είναι απλά. Περνάμε χρόνο μαζί, μοιραζόμαστε στιγμές, χαρές και βάσανα και με το πέρασμα του χρόνου, ο βαθμός οικειότητας μας συνδέει και μας κάνει να συμπορευόμαστε, να μοιραζόμαστε τις ζωές μας. Η ύπαρξη του φίλου μας στη ζωή μας, μας δίνει την αίσθηση της ασφάλειας, της συνύπαρξης μας κάνει να νιώθουμε αγαπητοί και διώχνει μακριά τον υπαρξιακό τρόμο της μοναξιάς. Έχουμε κάθε λόγο να αισθανόμαστε τυχεροί. Και αφηνόμαστε. Και γινόμαστε ολοένα και περισσότερο «ο εαυτός μας». Και βγαίνουν στην επιφάνεια τα μοτίβα αλληλεπίδρασής μας. Ο τρόπος, δηλαδή που έχουμε μάθει να σχετιζόμαστε, ο οποίος είναι πυρηνικός και είναι ίδιος σε όλα τα είδη σχέσεων μας.  Οι απαιτήσεις μας, η αίσθηση χρέους μας, οι βαθιές πληγές μας, οι λαχτάρες μας. Και οι σχέσεις γίνονται ευάλωτες. Και σταματάνε να είναι δεδομένες. Και χρειάζονται διαπραγμάτευση και δουλειά.

Εκεί έρχεται η αρχή της Ισοτιμίας να δώσει απαντήσεις, τις περισσότερες φορές. Η σχέση είναι πραγματικά ισότιμή; Υπάρχει ανταλλαγή φροντίδας και νοιαξίματος με τον ίδιο τρόπο; Μήπως ο ένας έχει αναλάβει το ρόλο του Σωτήρα, του δυνατού κι ο άλλος απολαμβάνει τη φροντίδα και την προστασία; Μήπως ο ένας απολαμβάνει πολύ να συντρέχει, να είναι αρωγός, αλλά δεν ξέρει και δε ζητά ποτέ βοήθεια; Μήπως ο άλλος συνήθως είναι αυτός που έχει προβλήματα, που έχει μάθει να ακουμπά στον ώμο σου για φροντίδα, αλλά οι δικοί του ώμοι είναι αδύναμοι και εύθραυστοι; Το σενάριο που φαίνεται να μας έρχεται στο μυαλό, ως πιθανή εξέλιξη μιας τέτοιας σχέσης είναι ότι ο Σωτήρας κάποτε θα κουραστεί να δίνει και θα ζητήσει να πάρει από αυτόν  που – έχει ο ίδιος εκπαιδεύσει – μόνο να δέχεται. Θα νιώσει ότι ο άλλος είναι αχάριστος, αγνώμονας και  ανεπαρκής και θα κηρύξει λογύδρια αδικίας και θυσίας. Συνήθως, όμως στη ζωή τα πράγματα δε γίνονται έτσι. Ο Σωτήρας, έχει πλήρη συνείδησή για το ρόλο του. Ξέρει ότι είναι πιο δυνατός και παίρνει αυτοεκτίμηση από αυτή του θέση. Ο ίδιος, άλλωστε δεν έχει μάθει να ζητά. Δε ξέρει πώς είναι να βρίσκεσαι σε θέση μη ισχύος. Η σχέση με τον Σωζόμενο, με αυτόν που εξυπηρετεί, συμπληρωματικά το ρόλο του τον κρατά ασφαλή. Ο Σωζόμενος είναι αυτός που αντιδρά στη ζωή. Είναι αυτός που κάποτε νιώθει στο πετσί του αυτή την ανισότητα, νιώθει ότι ο Σωτήρας δε θα έρθει ποτέ στη θέση του, δε θα «πέσει» στο ίδιο επίπεδο με αυτόν και εκρήγνυται. Διαμαρτύρεται. Με μια ασήμαντη αφορμή, παίρνει των ομματιών του και αποχωρεί. Είναι ωραίο να φροντίζεσαι, είναι ευχάριστο να νιώθεις ασφαλής, αλλά είναι αβάσταχτο να νιώθεις υποδεέστερος, μικρότερος, αδύναμος. Και αυτό είναι, στο κάτω- κάτω- υγιές.

Η εμπειρία λέει ότι οι περισσότερες φιλικές σχέσεις, τελειώνουν εξαιτίας της έλλειψης Ισοτιμίας. Οι σχέσεις είναι συμπληρωματικές. Θύμα χωρίς Θύτη δεν υπάρχει, Θύτης χωρίς Θύμα δεν υπάρχει. Δυνατός, χωρίς Αδύναμο, και Αδύναμος χωρίς Δυνατό. Όταν είμαστε μόνοι, η ανάγκη για επιβίωση παραμερίζει τους ρόλους που έχουμε μάθει να παίζουμε. Οι ρόλοι, τα μοτίβα αλληλεπίδρασής μας, στην πραγματικότητα, παίρνουν τα ινία σε κάθε περίσταση συσχέτισης. Είναι μαθημένες φόρμες επιβίωσης από την οικογένεια μας. Μπορεί να τους κουβαλάμε από γενεές σε γενεές. Τους υιοθετήσαμε για να επιβιώσουμε κάποτε, αλλά τις περισσότερες φορές στην ενήλικη ζωή δεν είναι παρά μόνο εμπόδια. Ο καλός ηθοποιός παίζει καλά όλους τους ρόλους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Ο καλός θεραπευόμενος συνειδητοποιεί, αγκαλιάζει και εναλλάσσει τους ρόλους του, αναζητώντας την ιδεατή επίτευξη συσχέτισης χωρίς μάσκες, μακιγιάζ, κουστούμια και προκαθορισμένες ατάκες. Την αυθεντική συνύπαρξη. Την Ένωση.

Η οικογένεια είναι ένα σύστημα στο οποίο κάθε μέλος του συστήματος, με τη σειρά λέει τα λόγια που του αντιστοιχούν, παίρνει τη θέση που του αντιστοιχεί, και παίζει τον ρόλο που του έχει ανατεθεί στο οικογενειακό δράμα καθώς επαναλαμβάνεται ώρα με την ώρα και μέρα με τη μέρα […] Τα μέλη της οικογένειας που μπορούν να γίνουν συνειδητά στη γνώση των ρόλων τους μπορούν να επιφέρουν προβλέψιμη αλλαγή στα μοτίβα δράσης-συμπεριφοράς των άλλων. Murray Bowen

 

Χανιά, 1 Οκτώβρη 2021

Νικολέτα Μπουλταδάκη

καλα παιδια

Τα καλά παιδιά πάνε στον Παράδεισο

Τα καλά παιδιά πάνε στον παράδεισο.

Πολύ συχνά μιλάμε στη ψυχοθεραπεία για τους ρόλους που παίρνουμε στα διάφορα σχεσιακά πλαίσια που κινούμαστε. Μιλάμε για Σωτήρες, Ήρωες, Αποδιοπομπαίους τράγους, Κλόουν, Χαμένα παιδιά. Μιλάμε για θύτες και θύματα κι έπειτα μιλάμε για την κυκλικότητα και τη συμπληρωματικότητα των ρόλων. Δεν υφίσταται θύτης χωρίς θύμα, δεν υπάρχει σωτήρας αν δεν υπάρχει κάποιος που θέλει να σωθεί. Φτάνουμε, μάλιστα, στο τολμηρό συμπέρασμα ότι η ανάγκη μου να παίξω έναν συγκεκριμένο ρόλο, κατασκευάζει τον συμπληρωματικό του. Θέλω, για παράδειγμα, να παίξω το θύμα, επομένως όπου στέκομαι θα γεννώ θύτες.

Πολύ σπουδαίο πράγμα οι ρόλοι. Μας φοριούνται όταν είμαστε πολλοί μικροί, όχι ως στολές αποκριάτικες, αλλά μάλλον ως πέπλα ιερά επιβίωσης. Παίρνουμε τους ρόλους μας για να επιβιώσουμε σε ένα δυσλειτουργικό σύστημα. Κι αυτό είναι αναγκαίο καλό. Το πρόβλημα εμφανίζεται, όταν εξομοιωνόμαστε τόσο με το ρόλο που κάποτε μας χρησίμευε, και δε ξέρουμε πια πώς να τον αποχωριστούμε. Τότε, αυτό που κάποτε ήταν εργαλείο, μετατρέπεται σε αυτοκαταστροφικό όπλο.

Η εμπειρία μου δείχνει ότι ο πιο δύσκολα αφαιρούμενος ρόλος είναι αυτός του καλού παιδιού. Θα έλεγα ότι ο ρόλος αυτός μοιάζει με μια μεγάλη ομπρέλα που εμπεριέχει πολλούς άλλους μικρούς ρόλους, όπως του σωτήρα ή του θύματος. Μια ομπρέλα που ανοίγει, χωρίς να βρέχει, χωρίς να έχει ήλιο. Μια ομπρέλα σε μια ξάστερη νύχτα. Άχρηστη.

Όλοι ξέρουν τι είναι το καλό παιδί. Αυτό που δε στενοχωρεί τους άλλους. Αυτό που είναι πάντα πρόθυμο, πάντα εξυπηρετικό, λέει πάντα ναι και φροντίζει να ικανοποιεί τις ανάγκες των άλλων γύρω του. Αγωνιά να κρατήσει το καλό του όνομα και υποφέρει αν κατά τύχη ή κατά ανείπωτη αδικία κάποιος του το αμαυρώσει. Έχει αναγάγει την αυτοταπείνωση σε τέχνη και πολλές φορές δεν αναγνωρίζει καν τις ανάγκες του. Μεταφράζει την ταπεινότητα και την αλληλεγγύη σε αυτομαστίγωμα και αυτοθυσία. Μπορεί να σου πει ότι ακολουθεί το λόγο του Θεού, ξεχνώντας ότι ο Χριστός είπε «Αγαπάτε αλλήλους ως εαυτόν» κι όχι περισσότερο από τον εαυτό. Καμιά φορά, έχω την εντύπωση ότι κοιτάζεται στον καθρέφτη, γυρεύοντας να βρει το φωτοστέφανό του.

Αχ, αυτά τα καλά παιδιά! Όλοι τα αγαπάνε. Είναι οι καλύτεροι φίλοι. Οι καλύτεροι συγγενείς. Οι καλύτεροι συνάδελφοι. Και, μεταξύ μας, οι καλύτεροι πελάτες των ψυχολόγων. Μπαίνουν για ψυχοθεραπεία μαραζωμένοι, εξαντλημένοι, αποκαρδιωμένοι. Ζητάνε στήριξη και υποστήριξη. Για το μαρτύριο που ζουν, για την αχαριστία και την αναισθησία των γύρω τους, για την δύναμη τους που τους εγκαταλείπει, για τα ασήκωτα βάρη που έχουν επωμιστεί. Παραδόξως, οι πιο τυχεροί είναι αυτοί που έχουν παραπεμφθεί από έναν γιατρό για ψυχοθεραπεία. Αυτοί που την αυτοθυσία δεν την έχουν ως μια θεωρητική, ουτοπική αξία, αλλά την έχουν κάνει πράξη. Το σώμα τους νοσεί, η ψυχή τους φωνάζει. Τυχεροί, γιατί αυτοί είναι πιο έτοιμοι να πετάξουν το ρόλο από πάνω τους καθώς πλέον αυτό το αστείο έχει μετατραπεί σε ζήτημα ζωής και θανάτου.

Από θεολογική άποψη ίσως αυτή η ανάγκη να είμαι οσιομάρτυρας, θεωρείται ύβρις. Playing God λένε οι Αμερικάνοι. Από ψυχολογική άποψη μπορεί να θεωρηθεί πολλά. Η πηγή της συμπεριφοράς και η διάγνωση της, όμως είναι δευτερεύοντα ζητήματα. Το πρωτεύον είναι η ανάκτηση του συμπαγούς εαυτού, απογυμνωμένου από μάσκες και φορεσιές, απογυμνωμένου από ρόλους. Γιατί, μόνο ο συμπαγής, ελεύθερος εαυτός, μπορεί να είναι υγιής. Και για να τον γνωρίσω πρέπει να τον απαλλάξω από ό,τι του χω φορέσει. Όμορφό ή άσχημο, καλό ή κακό. Πρέπει να τον απογυμνώσω, και μετά να τον αγκαλιάσω και να τον φροντίσω. Κι όταν το επιτύχω, θα μπορέσω να αγκαλιάσω και τους άλλους γύρω μου, αυθεντικά, ήσυχα, ελευθέρια. Αν δεν αγαπώ τον εαυτό μου, δεν μπορώ να αγαπώ κανέναν. Κι αν δεν φροντίσω τον εαυτό μου, σε κανέναν δεν μπορώ να μια πραγματικά αρωγός. Και κανένας άνθρωπος μισός, κανένας που θυσιάζει τον εαυτό του, δεν μπορεί να είναι χρήσιμος. Και μεταξύ μας, ούτε ερωτεύσιμος.

Ο δρόμος προς την εαυτοαγάπη και τον αυτοσεβασμό, στη συστημική θεραπεία περνάει μέσα από τα όρια. Τα όρια καθορίζουν την υγιή απόσταση και την υγιή εγγύτητα. Τα όρια τελικά φέρνουν την υγεία. Τα όρια συνδέουν. Δεν απομακρύνουν, δεν καταστρέφουν, όπως οι πολλοί φοβούνται. Γιατί μόνο μέσα στα όρια μπορεί να υπάρχει ασφάλεια. Και η ασφάλεια είναι μαζί με τη τροφή η βασικότερη ανάγκη.*

Χανιά, 7/5/2021
Νικολέτα Νεκταρία Μπουλταδάκη

ψυχοθεραπεία

Γιατί αρρωσταίνουν οι θεραπευτές; Μια απόπειρα υπόθεσης.

Ασκώ το επάγγελμα του ψυχολόγου 20 χρόνια. Έχω δει χιλιάδες ανθρώπους, …

θύμα - θύτης

Θύμα – Θύτης. Ένα και το αυτό.

Ασχολούμαι εμμονικά σχεδόν, εδώ και χρόνια με τους ρόλους στις δυσλειτουργικές …

η θλίψη ως θεραπεία

Η θλίψη ως θεραπεία

Όσο περισσότερη πείρα αποκτώ στο να βλέπω και να «θεραπεύω» ανθρώπους, …